Κάτω από τον πορφυρό ουρανό

Beneath a Scarlet Sky, by Mark Sullivan

Πάντα είχα την αίσθηση πως οι άνθρωποι που ζήσαν πόλεμο, έχουν ζήσει εμπειρίες για τρεις ζωές. Ή τουλάχιστον τρεις! Ίσως γι’ αυτό τα μυθιστορήματα που αφορούν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις δύσκολες ζωές των ανθρώπων τότε κερδίζουν συχνά μια θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Στο βιβλίο του Mark Sullivan έχουμε ως κεντρικό ήρωα τον έφηβο Ιταλό Πίνο Λέλα. Ο Πίνο ζει με την οικογένειά του στο Μιλάνο, αλλά αναγκάζονται να χωριστούν για να βρουν προσωρινά καταφύγια σε άλλα μέρη της Ιταλίας, όταν οι Σύμμαχοι αρχίζουν τους βομβαρδισμούς το 1943. Ο Πίνο και ο αδελφός του Μίμο καταφεύγουν στο μοναστήρι της Casa Alpina, όπου ο πατέρας Ρε στήνει ένα δίκτυο και βοηθά πολλούς Εβραίους να δραπετεύσουν στην Ελβετία. Ο Πίνο, ως δεινός σκιέρ και ορειβάτης αναλαμβάνει το δύσκολο έργο του οδηγού, αυτών των κατατρεγμένων ανθρώπων. Περνάνε μέσα από γκρεμούς και χιονισμένες κορυφές με προορισμό την κοιλάδα Λέι. Αργότερα το σκηνικό αλλάζει και ο Πίνο αναγκάζεται να γυρίσει στο Μιλάνο, καθώς ο πατέρας του Μικέλε και ο θείος του Άλμπερτ τον ενημερώνουν πως διατρέχει κίνδυνο να βρεθεί στο μέτωπο του πολέμου όντας σε στρατεύσιμη ηλικία. Ο θείος του έχει πολλές διασυνδέσεις και τον βάζει στην οργάνωση Τοτ, όπου ο Πίνο καταλήγει να γίνει σοφέρ του Ναζί στρατηγού Λέγιερς. Από εδώ ξεκινά ένα σχεδόν διαφορετικό βιβλίο. Ο Πίνο αναλαμβάνει να κατασκοπεύει το στρατηγό και να αναφέρει όλες του τις διαδρομές και συναντήσεις στο θείο του, που είναι συνεργάτης των Συμμάχων. Στη διάρκεια της αποστολής του ο Πίνο ερωτεύεται την υπηρέτρια της τροτέζας του στρατηγού. Ο συγγραφέας παραθέτει κάποιες ρομαντικές στιγμές του Πίνο και της Άννας, αλλά χωρίς τον απαραίτητο λυρισμό κατ’ εμέ.

Η ιστορία είναι πολύ ενδιαφέρουσα και βασίστηκε σε αληθινό πρόσωπο. Μέσα στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές σε αρκετούς διάσημους Ιταλούς με τους οποίους συναντήθηκε ο Πίνο, μέχρι το τέλος του πολέμου. Για παράδειγμα ο παγκόσμιος πρωταθλητής της Formula 1, Alberto Ascari και δικτάτορας Μουσολίνι. Αυτό το μυθιστόρημα διαφημίστηκε σαν αληθινή ιστορία, αλλά στη συνέχεια υπήρξαν πολλοί επικριτές του Sullivan. Στην ουσία του είναι μια ιστορία επιβίωσης και αντίστασης. Έμαθα πολλά πράγματα, όπως το ότι οι Ιταλοί και κυρίως οι Ιταλοί παπάδες βοήθησαν αρκετούς Εβραίους να σωθούν και να γλιτώσουν απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επίσης, κατάλαβα πως οι πολίτες της Ιταλίας στην πλειοψηφία τους είχαν αποκηρύξει τον φασισμό πολύ πριν ηττηθεί η ναζιστική Γερμανία. Με πραγματική απορία διαπίστωσα για ακόμη μια φορά πως πολλοί Ναζί στρατηγοί γλίτωσαν και συνέχισαν κανονικά τη ζωή τους. Ακόμα και αυτοί που δε διέφυγαν στη Λατινική Αμερική.

Το βιβλίο αυτό μου εμφύσησε την περιέργεια για περαιτέρω έρευνα ως προς την πορεία της Ιταλίας στη διάρκεια του πολέμου. Τέλος, το κομμάτι περιγραφής των βουνών στις Άλπεις νομίζω πως ήταν η καλύτερη συγγραφική στιγμή. Με έκανε να επιθυμήσω πραγματικά μια επίσκεψη στη Βόρεια Ιταλία!

Καρυότυπος

Ωδή στη μοναχικότητα.

Ο Ν. ζει στην Οξφόρδη εκπληρώνοντας τους εργασιακούς στόχους του, ως μοριακός βιολόγος. Αυτό, όμως, δεν του αρκεί. Ζει απομονωμένος. Δε συναναστρέφεται τους συναδέλφους του και δεν επιθυμεί να εμπλακεί στη ροή της καθημερινότητας. Προσπαθεί να αποκοπεί από τον κύκλο της οικογένειάς του στην Ελλάδα, χωρίς να καταβάλει και κάποια σημαντική προσπάθεια. Σποραδικές αναφορές σε κάποια υιοθεσία και τα «ορφανά του Τσαουσέσκου» δημιουργούν το υπόβαθρο για την αναζήτηση του γονιδίου της στοργής. Τα πειράματα του ήρωα αφορούν ακριβώς αυτό. Είναι η στοργή του γονέα εγγενής ή μαθαίνεται με τον καιρό; Αφιερώνεται στα πειράματα με τα ποντίκια του. Τελικά, τα θυσιάζει λίγο πριν την κάθαρση. Θα μπορούσε να είναι «O ξένος» του Camus.

Ο Άκης Παπαντώνης γράφει για την απόσταση που πρέπει να παίρνουμε από τα δεδομένα της ζωής, όταν, στην ουσία, ούτε η αγάπη του ανθρώπου που σε γεννά δεν είναι δεδομένη. Γράφει για την επιλογή να ζεις μόνος, όταν θέλεις να βρίσκεσαι σε απόσταση ασφαλείας από όλους τους ασφυκτικά οικείους. Γράφει για τη ματαιότητα της διαβίωσης σε μια πόλη που δεν της ταιριάζεις και δε σου ταιριάζει. Μου άρεσε αρκετά, αυτή η μελαγχολία που «σκεπάζει» κάθε τόνο σε αυτή τη νουβέλα. Κάπου ταυτίστηκα με τον ήρωα. Καταλαβαίνω πως είναι να ζεις σε μια πόλη μόνο και μόνο για τις ανάγκες της δουλειάς. Υπάρχουν πολλά στοιχεία με τα οποία μπορείς να ταυτιστείς με τον ήρωα – αντιήρωα Ν. Πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο το ότι διαβάζουμε τα email που στέλνει ο Ν. στον υπεύθυνο της έρευνας. Θα ήθελα να είναι μυθιστόρημα αυτή η ιστορία. Αισθάνθηκα πως είχε κάτι περισσότερο να μας πει ο συγγραφέας. Ελπίζω να συνεχίσει να γράφει!

Τα αεροδρόμια του θύμιζαν νεκροταφεία τελικά. Τόσοι άνθρωποι στον ίδιο χώρο, ο καθένας μόνος με τον εαυτό του.

Άκης Παπαντώνης

Happy World Book Day 2022!

I really wonder what life would be without books. As I visit my parents to celebrate the Greek Orthodox Easter, I went to a walk in the old mill. Always accompanied by a good book. I wish to all book lovers Happy Reading!

A reader lives a thousand lives before he dies, said Jojen. The man who never reads lives only one.

George R.R. Martin

Pachinko

Η Αμερικανοκορεάτισσα συγγραφέας Min Jin Lee έκανε έναν άθλο προσπαθώντας να δομήσει την ιστορία τεσσάρων γενεών μιας οικογένειας Κορεατών που αναγκάζονται να μεταναστεύσουν στην Ιαπωνία. Το καταφέρνει στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Η γραφή είναι λιτή και οι περιγραφές σύντομες. Ίσως, γι’ αυτό το ογκώδες αυτό μυθιστόρημα δεν κουράζει.

Η χρονική έκταση που περιγράφεται δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να γνωρίσει καλύτερα τη νοοτροπία και τους δεσμούς των Κορεατών. Η ιστορία ξεκινάει στο Γιόνγκντο της Κορέας και καταλήγει στην Ιαπωνία, μια χώρα που ποτέ δε δέχτηκε τους μετανάστες (ακόμα και αυτούς της δεύτερης και τρίτης γενιάς) ως ίσους. Κεντρικοί ήρωες είναι οι Σάντζα και οι γιοί της. Η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της, από έναν αρκετά μεγαλύτερο, παντρεμένο με άλλη Κορεάτη, είναι η αφορμή να αλλάξει οριστικά η ζωή της. Η Σάντζα παντρεύεται το Χριστιανό πάστορα Ίσακ. Μετά από δική του προτροπή και μεταναστεύουν μαζί στην Οσάκα της αφιλόξενης Ιαπωνίας, όπου τους περιμένουν ο αδελφός και η νύφη του. Μέσα στα χρόνια βλέπουμε την καθημερινή τους πάλη για επιβίωση και τις θυσίες που καλούνται να κάνουν για να διατηρήσουν μία σχετική αξιοπρέπεια στη ζωή τους. Ο γιος της Σάντζα από τον Κορεάτη γιακούζα Χάνσου είναι ο Νόα. Ίσως, η πιο ενδιαφέρουσα προσωπικότητα μέσα στο μυθιστόρημα. Ο δεύτερος γιος της, που αποκτά με το σύζυγό της Ίσακ, είναι ο Μοζάσου. Το βιβλίο κλείνει με τη συνειδητοποίηση του γιου του Μοζάσου, Σόλομον, πως ποτέ δε θα γίνει ένας αξιοσέβαστος Ιάπωνας πολίτης γιατί η πολιτισμική διάρθρωση της χώρας δεν θα του το επιτρέψει. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν πραγματικά απολαυστικό. Προς στο τέλος η συγγραφέας αρχίζει μια «κοφτή» και απότομη διήγηση σαν να της έχει επιβληθεί μια αγγαρεία. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός πως υπάρχουν τόσα πρόσωπα που παίζουν κυρίαρχο ρόλο, αλλά για λίγο κάθε φορά, ήταν τα στοιχεία που δε με κάνουν να πω πως διάβασα ένα αριστούργημα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αξίζει να διαβαστεί μόνο και μόνο για τις τόσες ηθογραφικές αναφορές. Έμαθα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για την κουλτούρα των Κορεατών και των Ιαπώνων, μέσα από το Πατσίνκο. Ήταν σαν ένας ταξιδιωτικός οδηγός που με μετέφερε ταυτόχρονα σε άλλους τόπους και εποχές.

Στο τέλος μου μένει πως αυτή είναι μία ιστορία για τις θυσίες. Η θυσία που κάνει κανείς για να δώσει στα παιδιά του ένα καλύτερο μέλλον. Η θυσία να ακολουθείς μια ενάρετη ζωή υπηρετώντας Τον Χριστό. Η θυσία να αφήνεις την πατρίδα σου, ώστε να διατηρήσεις μια υποτυπώδη αξιοπρέπεια και να ζεις κάθε μέρα ως ανεπιθύμητος σε μια ξένη χώρα. Η θυσία να κάνεις μια δουλειά κατώτερη των ικανοτήτων και των επιθυμιών σου.

Not until we are lost do we begin to understand oureselves.

Henry David Thoreau

Ο γύρος του θανάτου

Όταν πήγα στην πρώτη Γυμνασίου, μας είχαν βάλει στην κάτω αίθουσα. Τα παιδιά του Γυμνασίου και του συστεγασμένου Λυκείου ήταν όλα στον πάνω όροφο. Μόνο εμείς και τα γραφεία ήμασταν στο ισόγειο. Αισθανόμασταν αδικημένοι! Απ’ τα παράθυρα της αίθουσας βλέπαμε τους καθηγητές που μπαινόβγαιναν. Κάθε πρωί περνούσε και ένας κύριος που δεν είχε τη συνηθισμένη πρωινή γκριμάτσα της μιζέριας. Φορούσε πασμίνες και είχε ένα δικό του τρόπο κίνησης στο χώρο του σχολείου. Τον λέγανε Θωμά Κοροβίνη. Μάθαμε από τα μεγάλα παιδιά, πως αυτός ο κύριος ήταν σπουδαίος λογοτέχνης και ανυπομονούσαμε να πάμε Λύκειο για να τον έχουμε καθηγητή. Μετατέθηκε στην πόλη, πριν προλάβουμε να πάμε Λύκειο. Είχαμε, όμως, την τύχη να έχουμε καθηγήτρια Γαλλικών τη φίλη του, μακαρίτισσα πια, Μαμάγου. Αγαπημένη καθηγήτρια. Μας είχε μυήσει στα ποιήματα της Κικής Δημουλά και της Μαρίας Πολυδούρη. Κάποιες φορές μας μιλούσε για τον φίλο της το Θωμά. Στη Β’ Λυκείου ο κύριος Κοροβίνης είχε έρθει να μας παρουσιάσει το καινούριο του διήγημα.

Περίπου 22 χρόνια μετά, αξιώθηκα να διαβάσω μυθιστόρημά του. Επέλεξα το «Ο γύρος του θανάτου», γιατί η ιστορία του Παγκρατίδη είναι μύθος στη Θεσσαλονίκη. Η μητέρα μου μας έχει αναφέρει την ιστορία, αρκετές φορές. Προφανώς, τώρα πια, δεν υπάρχει Θεσσαλονικιός που να πιστεύει πως ο Παγκρατίδης, ήταν ο αληθινός «δράκος» του Σέιχ Σου. Ο Θωμάς Κοροβίνης καταθέτει μαρτυρίες ανθρώπων που γνώριζαν τον Αριστείδη Παγκρατίδη. Μέσα από τις μαρτυρίες, καταλαβαίνουμε γιατί άνθρωποι σαν τον Αρίστο αποτελούσαν πάντα τον εύκολο στόχο του συστήματος. Εξιλαστήρια θύματα που ενοχοποιούνταν για να κλείνουν υποθέσεις και να μην αμφισβητούνται οι εξουσίες.

Κι άμα δεν έχεις στηρίγματα έξω σου, πώς να ‘χεις μέσα σου; Όταν κρέμεται η ψυχή σου σαν αερόστατο και δεν στέκεται στον τόπο της, οι άλλοι τι να σου κάνουν;

Θωμάς Κοροβίνης

Τον πατέρα του Αρίστου τον σκότωσαν μέσα στο σπίτι τους, στην περίοδο της κατοχής, αριστεροί του ΕΛΑΣ. Η μητέρα του πήρε τα τρία της παιδιά και μετακόμισαν στην πόλη, για να βρουν την τύχη τους. Μαύρη τύχη για το μικρότερο παιδί. Ο πάντα πεινασμένος και παραγκωνισμένος Αρίστος βρίσκεται εύκολο θύμα στη βορά παιδεραστών της εποχής. Μιας εποχής που ο καθένας κοιτούσε τη δουλειά του και οι αδικίες κουκουλώνονταν. Όταν δολοφονίες αρχίζουν να διαταράσσουν την φαινομενικά ήσυχη Θεσσαλονίκη, κάποιος πρέπει να πληρώσει για να πάψουν να φοβούνται τα πλήθη. Ο συγγραφέας δημιουργεί, με πραγματικά λογοτεχνική μαεστρία, μία ρεαλιστική ηθογραφία της εποχής και της ζωής των κατοίκων της Θεσσαλονίκης, κατά τις δεκαετίες ’50 και ’60. Δεν παραλείπει να πει μεγάλες αλήθειες. Αλήθειες που όλοι σκεφτόμαστε, αλλά δεν τολμούμε να ξεστομίσουμε.

Τρέμουμε την εξουσία τους, και την μπαμπεσιά τους, τι να σε πω! Μόνο όταν κάνουν δηλώσεις, όλοι λένε: << Έχω εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη>>. Από πού και ως πού, καρντάση;

Θωμάς Κοροβίνης

Κανείς δεν αντέχει την αδικία. Είναι στη φύση μας. Γι’ αυτό υποθέσεις σαν αυτή μας απασχολούν διαχρονικά. Υπάρχει σε κάθε άνθρωπο ο φόβος πως θα βρεθεί «ως πρόβατον επί σφαγήν». Ίσως αυτό να γεννά και μια δυσπιστία για τις εξουσίες. Ποιος έχει τυφλή εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη; Τροφή για σκέψη το μυθιστόρημα αυτό.

Πότε διάβολος πότε άγγελος

Υπήρξε ένας ήρωας που στα παιδικά του χρόνια λοιδορήθηκε, περιφρονήθηκε και στην ενήλικη ζωή γνώρισε την αγάπη του λαού και τον φθόνο των λίγων, μα επικίνδυνων.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δεν ήταν γιος καλογριάς. Η μάνα του από λάθος βρέθηκε σε ένα μοναστήρι, προστατευόμενη του ηγούμενου θείου της. Καταφρονημένη από την πατρική της οικογένεια και φέρνοντας ένα γιο αγνώστου πατέρα, εκείνα τα χρόνια. Η καθημερινότητα της ίδιας και του παιδιού της πρέπει να ήταν ο ορισμός του βάσανου. Τόσο δύσκολα μεγάλωσε ο καπετάνιος και παρόλο το χλευασμό της κοινωνίας, καταδέχτηκε λίγα χρόνια αργότερα να μας ελευθερώσει.

Ο συγγραφέας Κώστας Ακριβός μελέτησε αρκετά πριν γράψει αυτό το μυθιστόρημα για το Γεώργιο Καραϊσκάκη και ένα από τα πρωτοπαλίκαρά του τον Μήτρο Αγραφιώτη. Αφορμή για τη δημιουργία αυτού του βιβλίου είναι η συγγένεια του συγγραφέα με τον Αγραφιώτη. Μέσα από τη διήγηση πραγματικών ιστορικών γεγονότων και τη δική του διαισθητική γραφή ο Ακριβός σκιαγραφεί το ψυχογράφημα του Καραϊσκάκη. Μαθαίνουμε για το πόσο αψύς, αλλά και δίκαιος υπήρξε. Αγωνιστής με στρατηγική και σχεδιασμό, κατάφερε να αναγνωριστεί ως υπολογίσιμη απειλή από εχθρούς και ¨φίλους¨. Αυτούς που τους «μπήκε στο μάτι» και δε θα ησύχαζαν αν δεν τον βγάζαν απ’ τη μέση. Δεν υιοθετώ την άποψη πως ο καπετάνιος πέθανε από χέρι Έλληνα, απλά αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα ήταν η Ελλάδα μας αν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ζούσε περισσότερο. Ο συγγραφέας μου έδωσε την αίσθηση πως έγραψε περιληπτικά αυτό το μυθιστόρημα. Προσπάθησε να μην κουράσει το κοινό με την ιστορία. Μου δημιούργησε, όμως, την ανάγκη να μάθω περισσότερα για τους αγωνιστές και την Επανάσταση του 1821.

Ο κόσμος αλλάζει μόνο αν αποφασίσει κάποιος ¨τρελός¨ να τον αλλάξει. Μετά από αιώνες υποδούλωσης του ελληνικού γένους, είχαμε την τύχη να γεννηθούν και να δράσουν πολλοί ¨τρελοί¨ ταυτόχρονα. Κάναν λάθη κι αυτοί. Αδίκησαν και αδικήθηκαν. Οι συνθήκες της εποχής δεν επέτρεπαν λιποψυχία και ευαισθησίες. Αγωνιστές της επιβίωσης, εραστές της ελευθερίας. Αυτοί ήταν οι ήρωές μας. Ας μην τους ξεχνάμε!

Pages & Co. #1

Η Ματίλντα και οι Βιβλιοπεριπλανητές

Η ιδέα πως με τα βιβλία «ξεφεύγεις» από την πραγματικότητα και μπαίνεις σε άλλους κόσμους είναι, ίσως, το μεγαλύτερο κίνητρο για όλους όσους αγαπάμε να διαβάζουμε λογοτεχνία…

Η Βρετανή συγγραφέας Anna James https://anna-james.com/ δημιούργησε μία μοναδική ιστορία φαντασίας για μικρο-μέγαλα (οι ηλικίες δεν έχουν σημασία) παιδιά. Η γραφή της είναι υπέροχα οικεία και νομίζω πως θα αρέσει πολύ στους μικρούς αναγνώστες. Σε εμένα άρεσε πάρα πολύ και σκοπεύω να συνεχίσω με την ανάγνωση των επόμενων βιβλίων της σειράς.

Πρωταγωνίστρια της ιστορίας είναι η Τίλλυ, που μεγαλώνει με τον παππού και τη γιαγιά της. Η μητέρα της έχει εξαφανιστεί, μετά τη γέννησή της. Οι παππούδες της κατέχουν ένα βιβλιοπωλείο, όπου η Τίλλυ μεγαλώνει μαθαίνοντας να αγαπά τις ιστορίες και τα όμορφα βιβλία. Κάπου εκεί μπαίνει στην ιστορία και ο Όσκαρ, ένας συμμαθητής της με δυσλεξία με τον οποίο θα καταφέρουν να ζήσουν μια ιδιαίτερη περιπέτεια και να λύσουν ένα μεγάλο μυστήριο. Στο ενδιάμεσο έρχονται επισκέψεις στο βιβλιοπωλείο Pages & Co. Μία η Άννα των Αγρών, μία η Αλίκη από την Χώρα των Θαυμάτων. Κόσμος μπήκε σε βιβλία, κόσμος βγήκε απ’ τα βιβλία. Το ενδιαφέρον μου για την ιστορία δε μειώθηκε στιγμή. Πραγματικά με κέρδισε αυτό το βιβλίο.

Θα τολμήσω να γράψω ότι όλη αυτή η «βιβλιομαγεία» μου θύμισε την αίσθηση που είχα όταν διάβαζα Harry Potter. Ανεπιτήδευτα και χωρίς η συγγραφέας να προσπαθήσει να μιμηθεί κάτι. Οι Βρετανοί έχουν πιάσει το νόημα της παιδικής λογοτεχνίας και μας δίνουν εκπληκτικά βιβλία, τα τελευταία χρόνια.

Το αγάπησα και θα το συστήνω !

Ταξιδεύοντας σε ξένη γη

Ένας λυρικός εσωτερικός μονόλογος, που συνοδεύει το ταξίδι του πρωταγωνιστή σε ρυθμό non stop soundtrack.

Στην αρχή μου θύμισε το υπέροχο βιβλίο του John Williams «Ο Στόουνερ». Έχει την ίδια δυναμική στη ροή της γλώσσας. Και μόνο γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί!

Πρωταγωνιστής ένας Βορειοϊρλανδός πατέρας, που αναγκάζεται παραμονές Χριστουγέννων να ταξιδέψει ως το Sunderland της Αγγλίας για να πάρει πίσω στο σπίτι το φοιτητή γιο του. Ο γιος ,που έχει αποκλειστεί λόγω του χιονιά, είναι άρρωστος και ο πατέρας καλείται να διασχίσει μια μεγάλη απόσταση οδηγώντας μόνος του. Παρόλο που του συμβαίνουν και κάποια απρόοπτα και στην αφήγησή του παρεμβάλλουν τα τηλεφωνήματα της γυναίκας και της μικρής του κόρης, όλη η ουσία είναι σε αυτά που σκέφτεται και αναπολεί.

Κι έχω αρχίσει ν’ αναρωτιέμαι μήπως υπάρχει πάντα κάποια αλήθεια που μας δίνεται για να μην αναζητάμε τις άλλες, τις περισσότερο άβολες.

David Park

Βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες ενθυμίσεις και γεγονότα που αλλάζουν για πάντα τη ζωή ενός πατέρα. Αναγκάζεται να αποδεχτεί «την παγωνιά» της αλήθειας και να ζυγίσει τα λάθη του, ως αναφορά τη σχέση του ,κυρίως, με τους γιούς του. Η αγωνία να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη είναι έκδηλη, αλλά δεν κατατρώει την υπέροχη αφήγηση του David Park. Καθώς ο πρωταγωνιστής, ο Τομ, είναι φωτογράφος στο επάγγελμα και αυτό ενισχύει την αφήγηση καθώς ο συγγραφέας μας δίνει οπτικές μέσα από την αντίληψη ενός επαγγελματία.

Και βρίσκω τον εαυτό μου να προσελκύεται ολοένα και πιο συχνά από εκείνους τους άγνωστους δρόμους του κέντρου της πόλης, που ο μόνος σκοπός τους μοιάζει να είναι η σύνδεσή τους με σημαντικότερα μέρη και οδούς που δεν τις έχω πατήσει ποτέ, και όλα εκεί δείχνουν ν’ αποζητούν τη στιγμιαία αναγνώριση από την πλευρά μου.

David Park

Μου άρεσε αρκετά που σε αρκετά σημεία της αφήγησης ο David Park επιλέγει να αναφέρει περιστατικά και γεγονότα απ’ το κοντινό παρελθόν, αλλά και το παρόν των Βρετανών και όχι μόνο. Όπως ο θάνατος του μικρού πρόσφυγα Αϊλάν και το Brexit. Όλα αυτά δίνονται χωρίς να σπάσει κάτι από την ποιητική αφήγηση, με πραγματικό συγγραφικό ταλέντο που καιρό είχα να συναντήσω!

Τίποτε δεν χάνεται

Αν δεν υπήρχαν δύσκολες ζωές δε θα υπήρχανε βιβλία.

Η ζωή του εντεκάχρονου Ματιά συνεχίζεται μετ’ εμποδίων, μετά την αυτοκτονία του πατέρα του και την εγκατάλειψη της μητέρας του. Κηδεμόνας του πλέον είναι ο Ζε, ένας αρκετά νέος άντρας με προβληματικό παρελθόν. Στη ζωή τους βρίσκεται η Γκαμπριέλ, η σύντροφος του Ζε, η οποία πολύ θα ήθελε να αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο. Τρεις άνθρωποι με αρκετά δύσκολες πορείες ζωής προσπαθούν να ισορροπήσουν σε ένα κοινό παρόν, μέσα σε μια πόλη που τα φαντάσματα αρχίζουν να ξυπνούν.

Η δολοφονία ενός εφήβου, από έναν αστυνομικό που έμεινε ατιμώρητος, έρχεται στο προσκήνιο μετά από δεκαπέντε χρόνια, μέσα από τα γκράφιτι που ξεπηδούν στα κτίρια και ζητούν δικαιοσύνη για τον Σαΐντ. Γιατί αν η δικαιοσύνη δεν αποδοθεί στην ώρα της γίνεται σαράκι που τρώει το μυαλό των αδικημένων και έπειτα οργή και έπειτα μίσος. «Μίσος σαν τα γαλλικά προάστια.» Σε ένα σάπιο κοινωνικό σύστημα που οι δολοφονίες από αστυνομικούς μένουν ατιμώρητες και οι δικαστές κρίνουν τους κατηγορούμενους ανάλογα με τη συντεχνία, όπου ανήκουν οι τελευταίοι, το μίσος και η ανάγκη για εκδίκηση θεριεύουν. Μέσα σε αυτό τον κόσμο ο Ματιά προσπαθεί να καταλάβει τη έφταιξε και η ζωή του πήρε αυτή την πορεία, να έχει μάνα και να τον έχει αφήσει, να έχει αδέλφια και να τα βλέπει περιστασιακά.

Κάπως παράξενο που μετά από τόσους μήνες που είχαμε να βγούμε, μόλις το Σάββατο είδαμε το έργο του Dario Fo «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού». Μια τόσο πανομοιότυπη ιστορία για την αστυνομική βία και τη συγκάλυψη απ’ το δικαστικό σύστημα. Συμπεραίνεις πόσο δίκιο έχει η συγγραφέας Cloé Mehdi «Τίποτε δεν χάνεται», καθώς όλα μένουν ίδια. Πόσα περιστατικά βίας συμβαίνουν γύρω μας και μένουμε απλοί θεατές; Ο γαλλικός κινηματογράφος έχει δώσει διαμάντια με αυτό το θέμα. Όπως, το πρόσφατο «Les misérables» (2019) του Ladj Ly, με μια πιο σφαιρική οπτική.

Παρότι γεννημένη μόλις το 1992, η Cloé Mehdi δημιουργεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο. Ένα όμορφο νουάρ μυθιστόρημα, που δε με άφησε να το αφήσω απ’ τα χέρια μου, όση δουλειά κι αν είχα… Από τις εκδόσεις Πόλις, που μέχρι τώρα δίνουν όμορφα βιβλία στο λαό.

Δύσκολές ζωές, όμορφα βιβλία.

Σε αρμονία

9 Αρχές για να Ευθυγραμμίσεις τις Επιθυμίες σου με τις Δημιουργικές σου Δυνάμεις

Δεν αγαπώ τα βιβλία αυτοβοήθειας. Κάπου βαριέμαι αυτά τα «πρέπει», «8 αξίες» και «10 αρχές». Οπότε ξεκίνησα με σκεπτικισμό την ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Καθώς το κείμενο του βασίζεται στην πεποίθηση πως οι επιθυμίες μας πραγματοποιούνται όταν πιστεύουμε σε αυτές, μου θύμισε αρκετά κάτι από τον Αλχημιστή του Coelho και το σύμπαν του. Στη συνέχεια, βρήκα πραγματικά ενδιαφέρουσες αλήθειες ικανές να με κάνουν να επανέλθω και κάποια στιγμή να το ξαναδιαβάσω. Η ουσία του βιβλίου είναι να κατακτήσεις μία ισορροπημένη ζωή μέσα από την πνευματική συνειδητότητα. Μου άρεσε ιδιαίτερα που ο συγγραφέας Dr. Wayne Dyer γράφει για την αγάπη και αναφέρεται στον Θεό.

Σε μια περίοδο που στην Ελλάδα συμβαίνουν κακοποιήσεις παιδιών, βίαιες δολοφονίες και ευτελίζεται η ουσία της ζωής είναι δύσκολο να μιλάς για αρμονία.

Ο εχθρός είναι το ίδιο το μίσος!

Dr. Wayne Dyer