Οι δέκα παππούδες, η θάλασσα κι εγώ

Il mare dove non si tocca, Fabio Genovesi

Κάποτε (όχι πολύ παλιά) ένα παιδί μου είπε πως στο σχολείο τους ζήτησαν να γράψουν μια έκθεση για την οικογένεια. Είχαμε την εξής στιχομυθία: «Κι εσύ τι έγραψες»; «Πώς στην οικογένειά μου είναι όλοι τρελοί». «Μην ανησυχείς και στη δική μου το ίδιο». Αυτή ήταν η πρώτη ανάμνηση που μου έφερε στο μυαλό το βιβλίο «Οι δέκα παππούδες, η θάλασσα κι εγώ».

Ένα τρυφερό μυθιστόρημα που κατακλύζεται από νοσταλγικές εικόνες της ανεπιτήδευτης εποχής του ’80. Ο πρωταγωνιστής είναι ο Φάμπιο, ένα μικρό αγόρι που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και με μια περασμένη αθωότητα την ιστορία των παιδικών του χρόνων. Αυτή η πηγαία και προσωπική εξιστόρηση σε κάνει να ταυτίζεσαι με τον πρωταγωνιστή. Ο Φάμπιο ζει με τον πατέρα, τη μητέρα και τη γιαγιά του στο χωριό Μαντσίνι. Τη μεγαλύτερη επιρροή, όμως, πάνω του δείχνουν να έχουν τα ανύπαντρα αδέλφια του παππού του. Μέχρι να πάει στο σχολείο ο Φάμπιο πίστευε πως είναι όλοι παππούδες του και γι’ αυτό τους σεβόταν. Ως ο μοναδικός απόγονος ο Φάμπιο ακολουθεί το πρόγραμμα των θείων του, οι οποίοι επιθυμούν να του δείξουν το δικό τους κόσμο μέσα από το κυνήγι, το ψάρεμα και τις αγροτικές δραστηριότητες. Ουσιαστικά για τα πρώτα χρόνια της ζωής του αυτοί οι «λοξοί» και πάντα νευρικοί παππούδες είναι οι μόνοι πραγματικοί φίλοι του Φάμπιο. Τα πράγματα αλλάζουν, καθώς ξεκινά να πηγαίνει στην πρώτη δημοτικού. Εκεί καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με την οικογένειά του, πράγμα που επιβεβαιώνεται όταν μαθαίνει, τυχαία, για την οικογενειακή κατάρα των Μαντσίνι.

Κάθε παππούς – θείος έχει μια δική του «τρέλα» και σε πολλές περιπτώσεις ο Fabio Genovesi καταφέρνει να μας δώσει ολοκληρωμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως ο, κάποτε ερωτευμένος, θείος Άλντο και ο θείος Αντέλμο που έχει κινητική αναπηρία. Ο συγγραφές γράφει με μια δόση αμφισβήτησης των αυθεντιών, με πολύ χιούμορ, αλλά και με τη συγκινησιακή φόρτιση που δημιουργείται από την αναπόληση των παιδικών μας χρόνων. Συχνά μέσα στο βιβλίο, μέσα από τους τρελούτσικους, αθυρόστομους θείους δίνονται μαθήματα φιλοσοφίας.

Κάποιος φοβάται τις αράχνες και καθυστερεί να φορτώσει λίγα ξύλα, έτσι μια χαζή γριά βρίσκει το χρόνο να ρίξει τη γλάστρα και καληνύχτα σας. Κατάλαβες, Φάμπιο, πώς λειτουργεί ο φόβος; Ο φόβος είναι μια μαλακία, δεν έχει νόημα. Ο φόβος είναι μια αραχνίτσα που σου αποσπά την προσοχή και τότε η ζωή σε πηδάει.

Fabio Genovesi

Ένας ακόμα σημαντικός ήρωας, στο βιβλίο, είναι ο πατέρας του Φάμπιο. Ο πάντα λιγομίλητος Τζόρτζο, που είναι τεχνίτης και μαστορεύει μονίμως τις βρύσες και τις βλάβες στα σπίτια όλου του χωριού. Ο Τζόρτζο μένει σε κώμα μετά από ένα ατύχημα και παρόλο που στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίο δεν υπάρχει διάλογος, έχει σημαντική συμβολή στην εξέλιξη του Φάμπιο. Ο πρωταγωνιστής για να κάνει παρέα στον πατέρα του που βρίσκεται στο νοσοκομείο, του διαβάζει βιβλία. Ήταν από τα πιο συγκινητικά κομμάτια. Καθώς ακολουθούμε τον ήρωα μέχρι και το Γυμνάσιο βλέπουμε πώς εξελίσσεται η ζωή του, πόσο απομονώνεται από τους συνομηλίκους του και πώς αναπτύσσει φιλίες με τους επίσης απομονωμένους Σούπερ Πιστούς, το Μικρό Μάσσιμο και το Μανουέλ. Σημαντικό ρόλο στις τελευταίες σελίδες θα παίξει και η Πασχαλίτσα, ένα κορίτσι με μια επίσης ενδιαφέρουσα οικογένεια.

Γιατί στο τέλος τέλος το νορμάλ δεν έχει ενδιαφέρον και οι άνθρωποι που φέρονται «αλλιώτικα» διανθίζουν τις βαρετές ζωές μας… Ένα μυθιστόρημα που με άγγιξε και πιστεύω πως θα συγκινήσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Ευχαριστώ από καρδιάς τις εκδόσεις Πατάκη για το αντίτυπο.

Ένας γιος

Un hijo, Alejandro Palomas

Τα τελευταία χρόνια αποφεύγω να δω τις κριτικές στο Goodreads για κάποιο βιβλίο που θέλω να διαβάσω. Οι διθυραμβικές κριτικές μου δημιουργούν μεγάλες προσδοκίες και οι λιγότερο καλές κριτικές με αποτρέπουν απ’ το διαβάσω ένα μυθιστόρημα που εμένα μπορεί να μου ταίριαζε. Αυτός είναι και ο λόγος που σπάνια διαβάζω τις νέες κυκλοφορίες. Συνήθως, βάζω το βιβλίο στη whishlist και περιμένω να καταλαγιάσει ο ντόρος…

Αυτό έκανα και με το βιβλίο του Ισπανού συγγραφέα Alejandro Palomas. Δεν είχα ξαναδιαβάσει κάτι δικό του. Για να είμαι ειλικρινής το βιβλίο του «Ένας γιος» μου άρεσε, αλλά δε με ενθουσίασε. Διαβάζεται σαν παραμυθάκι, αλλά κάποια σημεία μου φάνηκαν παρατραβηγμένα. Αρχικά, βρήκα την ιδέα εξαιρετικά πρωτότυπη. Μια πολύ διαφορετική ιστορία για ένα μικρό αγόρι, τον εννιάχρονο Γκίγε που προσπαθεί με φαντασία και όνειρα να ανταπεξέλθει στη δύσκολη πραγματικότητα. Ένα ακόμα συν στην ιστορία είναι πως κάθε κεφάλαιο παρουσιάζεται μέσα από την οπτική ενός άλλου ήρωα. Τις περισσότερες φορές βλέπουμε την ιστορία μέσα από τον ίδιο τον Γκίγε και από τη σχολική ψυχολόγο, τη Μαρία, που ξεκινά να τον παρακολουθεί μετά την προτροπή της δασκάλας του Σόνια. Η Σόνια ανησυχεί για τον καινούριο της μαθητή, όταν στην απλή ερώτηση που κάνουμε στα παιδιά «Τι θες να γίνεις, όταν μεγαλώσεις;» ο Γκίγε απάντησε πως θέλει να γίνει η Μαίρη Πόππινς! Σημαντικό ρόλο παίζει ο πατέρας του Γκίγε, ο Μανουέλ Αντούνεθ. Ο Μανουέλ μπορεί αρχικά να φανεί στον αναγνώστη σαν ένας ανάλγητος πατέρας, που ντρέπεται για το παιδί του. Μέχρι το τέλος υπάρχει ένα μυστήριο γύρω από τη στάση του. Είναι ευκολοδιάβαστο βιβλίο, καθώς είναι αρκετά μικρό. Προσωπικά, θα ήθελα να ήταν λίγο πιο μεγάλο και με μεγαλύτερη εμβάθυνση σε κάποιους χαρακτήρες. Ακόμη στην ιστορία εμφανίζεται η μοναδική φίλη του Γκίγε, η Ναζία. Με μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπική ιστορία, η οποία δίνεται αρκετά σπασμωδικά από το συγγραφέα. Στις τελευταίες σελίδες του είναι αρκετά συγκινητικό και λυτρωτικό ως προς τη σχέση γιου και πατέρα!

Είναι γεγονός ότι όταν αναζητάμε για πολύ καιρό την αλήθεια, τη μέρα που την ανακαλύπτουμε αρχίζουν τα δύσκολα.

Alejandro Palomas

Οι Καλοί

The Good People, Hannah Kent

Η Hannah Kent έδειξε το πηγαίο ταλέντο της με το μοναδικό μυθιστόρημα «Έθιμα ταφής». Διαβάζοντας το βιβλίο της «Οι Καλοί» καταλαβαίνω πως δεν μπορεί μόνο με ένα καλό μυθιστόρημα να χαρακτηριστεί κάποιος συγγραφέας. Η αρτιότητα με την οποία γράφει τα βιβλία της η Kent δείχνει πως είναι, πέρα από ένα εξαιρετικό ταλέντο, μια συγγραφέας που δουλεύει σε βάθος τις ιστορίες της. Είναι μία σταθερά πολύ καλή συγγραφέας.

«Οι Καλοί» με συνεπήραν και με μετέφεραν στην Ιρλανδία του 1825. Σε έναν τόπο που οι κάτοικοι τα βγάζουν δύσκολα πέρα, πιστεύουν σε ξωτικά, Νεραδαριά, πισόγκ συνδέοντας τη φτώχεια και την κακή τύχη με τους Καλούς. Οι Καλοί παίρνουν ανθρώπους και στη θέση τους στέλνουν τελώνια και αλλοπαρμένες μητέρες. Αυτό, ακριβώς, γίνεται η εμμονή της Νόρα. Μίας γυναίκας που μέσα σε ένα χρόνο χάνει τη μονάκριβη κόρη της και τον άντρα της. Μένει ολομόναχη να φροντίζει τον ανάπηρο εγγονό της. Ένα παιδί που όταν τον είχε δει για πρώτη φορά μιλούσε και περπατούσε και έπειτα μόνο τσίριζε και έκλαιγε μην μπορώντας να στηρίξει ούτε το κεφάλι του. Το παιδί γίνεται «βάρος» για την τοπική κοινωνία και οι γυναίκες του χωριού ξεκινούν τις φήμες πως αυτό φταίει που οι αγελάδες τους δεν τους δίνουν πια γάλα και τα χωράφια δεν είναι τόσο εύφορα. Η Νόρα για να τα βγάλει πέρα μετά την απώλεια του συζύγου της, παίρνει στο σπίτι ένα κοριτσάκι για βοηθό. Το έφηβο κορίτσι, η Μαίρη, αναλαμβάνει σχεδόν πλήρως τη φροντίδα του Μίχολ, καθώς το μόνο που απασχολεί τη Νόρα είναι πως θα καταφέρει να φέρει πίσω το εγγόνι της και να επιστρέψει αυτό το τελώνιο στους Καλούς. Ζητά τη βοήθεια της Νανς. Η Νανς είναι μια γυναίκα που γιατρεύει με μαντζούνια τους ανθρώπους, ξεγεννά τις γυναίκες και μοιρολογά τους νεκρούς. Είναι μόνη της από παιδί και βρέθηκε ξένη στην κοιλάδα να προσπαθεί να επιβιώσει με τα λιγοστά πεσκέσια αυτών που γιατρεύει. Η Νανς δίνει ελπίδες στη Νόρα για την επιστροφή του Μίχολ, καθώς γύρω της συμβαίνουν ατυχή περιστατικά με τα οποία στη συνείδηση του κόσμου ευθύνεται η ίδια. Ο νέος παπάς του χωριού, ο οποίος είναι αντίθετος με όλες αυτές της δεισιδαιμονίες και προσπαθεί να ξεριζώσει από τα μυαλά των χωρικών τα έθιμα της αρχαίας θρησκείας, εξαπολύει πόλεμο κατά της Νανς. Σε έναν κόσμο προκαταλήψεων και φόβου που όλα διογκώνονται επικίνδυνα, οι ζωές των φιλήσυχων ανθρώπων της κοιλάδας θα αλλάξουν για πάντα.

Το βιβλίο είχε καταιγιστικές περιγραφές και δεν μπορούσα να το αφήσω απ’ τα χέρια. Όσο και αν κάποιες στιγμές τρόμαζα με αυτά που διάβαζα, η γραφή της Hannah Kent είναι εθιστική! Χρησιμοποιεί τα επίθετα και τις παρομοιώσεις με τέτοια μαεστρία, που όμοιά της δεν έχω συναντήσει σε νέους συγγραφείς. Η ιστορία από μόνη της είναι συγκλονιστική. Στην αποκρυστάλλωση αυτού του υπέροχο βιβλίου, σκέφτομαι πως αν στην εποχή της τεχνολογίας και της ευημερίας που ζούμε είναι δύσκολο να αντιμετωπίζεις μία αναπηρία ή μία ψυχική νόσο, στα χρόνια που για να επιβιώσεις έπρεπε να είσαι απόλυτα υγιής και χειροδύναμος οι καταστάσεις αυτές ήταν εκατομμύρια φορές δυσκολότερες.

«Αν υπάρχει κάτι που μπήγει την αρρώστια πιο βαθιά στο κορμί, είναι η μοναξιά».

Hannah Kent

Η Συμμορία του Μεσονυκτίου

The midnight gang, David Walliams

Είναι αυτά τα βιβλία που σου ζεσταίνουν την καρδιά από τις πρώτες σειρές…

Για 2 λόγους διαβάζω middle grade βιβλία. Ο πρώτος είναι αυτή η όμορφη αίσθηση που σου αφήνει η ανάγνωση παιδικής λογοτεχνίας, ο δεύτερος είναι τα υπέροχα εξώφυλλα σε συνδυασμό με την εικονογράφηση. Οι Άγγλοι το ‘χουν! Για να είμαι δίκαιη οι Μεγαλοβρετανοί το ‘χουν! Ίσως είναι τα κέλτικα παραμύθια που πέρασαν στο dna τους, ίσως ο μουντός καιρός που τους κρατάει μέσα και τους αναγκάζει να ονειρεύονται περιπέτειες…

Στο «Η Συμμορία του Μεσονυκτίου» έχουμε ως κεντρικό ήρωα τον Τομ, ένα μοναχικό αγόρι που φοιτά σε οικοτροφείο, δέχεται bulling από όλη τη σχολική κοινότητα και του λείπουν πολύ, μα πάρα πολύ οι γονείς του. Εξαιτίας ενός μικρού ατυχήματος θα βρεθεί στο νοσοκομείο Λορντ Φαντ και θα «μυηθεί» στην τρομερή «συμμορία του Μεσονυκτίου» ζώντας την περιπέτεια! Γίνεται φίλος με τα άλλα παιδιά στον παιδικό θάλαμο την Άμπερ, το Ρόμπιν, τον Τζορτζ και τη Σάλι. Γίνεται φίλος και με το Θυρωρό του νοσοκομείου ενός ανθρώπου πολύ διαφορετικού στην όψη, αλλά τόσο καλόκαρδου και γενναιόδωρου. Στην ιστορία υπάρχουν πολλοί «κακοί», αλλά η πλέον απαράδεκτη είναι η Προϊσταμένη της νυχτερινής βάρδιας, που θέτει, συνεχώς, τα παιδιά σε περιορισμό. Το βιβλίο περνάει πολλά μηνύματα, χωρίς να θέλει να «μπουκώσει» τα παιδιά. Παραμένει ένα όμορφο μεγάλο παραμύθι για τη φιλία και τα όνειρα.

Πρώτο βιβλίο του David Walliams για μένα και ήδη αναζητώ να αγοράσω το επόμενό του. Νομίζω πως τέτοια αναγνώσματα δεν έχουν ηλικία! Με συμφέρει, άλλωστε…

Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος

The Road Less Traveled by M. Scott Peck

Μικρές εκρήξεις συνέβαιναν στο κεφάλι μου, καθώς το διάβαζα…

Είχα να κρατήσω σημειώσεις, με μολυβάκι, σε βιβλίο χρόνια. Ίσως απ’ το πανεπιστήμιο! Το εκπληκτικό είναι πως αυτό το βιβλίο γράφτηκε το 1978! Η φιλοσοφία του πονήματος ανατρεπτική, βαθιά αληθινή και διαχρονική ακόμα και μετά από τόσα χρόνια. Ακόμα και μετά από μία άνοδο της τεχνολογίας, που έχει διαστρεβλώσει αρκετά τον φακό μέσα από τον οποίο ερμηνεύουμε τα πράγματα.

Ο Αμερικάνος διακεκριμένος ψυχίατρος Morgan Scott Peck παροτρύνει τον αναγνώστη να ξεκινήσει ένα προσωπικό ταξίδι προς την πνευματική ανάπτυξη, μέσα από την μόνη πραγματική εξέλιξη που λέγεται αγάπη! Εξηγεί ευθέως, και από την αρχή, πως αυτή η ζωή είναι δύσκολη. Μία ψυχολογική δυσκολία, μία δυσχέρεια υπάρχει μέσα σε όλους τους ανθρώπους. Σε κάποιους μεταφράζεται ως ψυχική ασθένεια. Ο συγγραφέας μας προτρέπει να μην αναζητούμε τις εύκολες λύσεις, γιατί αυτές δεν υπάρχουν! Μας προτρέπει να μην είμαστε φυγόπονοι και να αναζητούμε πάντα την αλήθεια με κάθε κόστος. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να φτάσουμε Στο Θεό και να λάβουμε τη θεία χάρη. Το γεγονός πως ένας ψυχίατρος έγραψε τόσο ξεκάθαρα για τη σχέση του ανθρώπου με Το Θεό με συγκίνησε. Ιδιαίτερα, χάρη στην τάση της επιστήμης να απορρίπτει ό, τι δεν μπορεί να εξηγήσει. Αλλά ο Morgan Scott Peck διδάσκει με τον τρόπο του και μέσα από παραδείγματα ασθενών του πως αν θέλουμε να φτάσουμε σε ανώτερα πνευματικά επίπεδα καλό θα ήταν να μην απορρίπτουμε, γιατί η απόρριψη και η παραίτηση είναι, ουσιαστικά, η τάση μας να «βολευόμαστε» σε όσα ήδη γνωρίζουμε.

Νομίζω πως αν το διάβαζα σε μικρότερη ηλικία θα δυσκολευόμουν να το κατανοήσω. Δεν έχει νόημα να γράψω περισσότερο, άλλωστε «Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος» είναι προσωπική υπόθεση. Το τελευταίο που θα ‘θελα να αναφέρω είναι πως διαβάζοντας την τελευταία σελίδα λυπήθηκα πραγματικά που αυτός ο άνθρωπος πέθανε τόσο νέος. Στοχαστές τέτοιου βεληνεκούς καλό θα ήταν «να βλέπουν το έργο ως το τέλος», ώστε να δίνουν και σε μας τους αδαείς τα φώτα τους.

Βιβλίο που θα βρίσκεται πάντα ένα βήμα πιο μπροστά.

Shuggie Bain

Ήμουν έτοιμη να ανάψω τσιγάρο, αλλά υπενθύμιζα στον εαυτό μου πως δεν υπήρξα ποτέ καπνίστρια! Αυτή την αίσθηση μου δημιούργησε σε κάθε σελίδα του.

Ο Σκώτος συγγραφέας Douglas Stuart γράφει, με γνήσια επιδεξιότητα, ένα ζοφερό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα στο σκηνικό της Γλασκόβης την δεκαετία του ’80. Πρωταγωνιστές είναι ο Σάγκι Μπέιν και η μητέρα του Άγκνες, η οποία έχει εθιστεί στο αλκοόλ. Η Άγκνες έχει 2 παιδιά από τον πρώτο της γάμο, την Κάθριν και τον Λικ. Στο δεύτερο γάμο της αναζητά μια καλύτερη ζωή γεμάτη εκπλήξεις, αντ’ αυτού λαμβάνει την εγκατάλειψη. Ο πατέρας του Σάγκι παίρνει μία μέρα όλη την οικογένεια και τους μεταφέρει από το πατρικό σπίτι της Άγκνες, όπου υπάρχει η «άγκυρα » των γονιών της σε ένα προάστιο ονόματι Πίτχεντ. Εκεί ο Σαγκ επιλέγει να μην περάσει ούτε την εξώπορτα του σπιτιού και φεύγει με το ταξί του. Η Άγκνες και τα παιδιά βιοπορίζονται δύσκολα. Τα μεγάλα παιδιά της επιλέγουν τη φυγή για να σώσουν τους εαυτούς τους. Εκείνη και ο μικρότερος γιος της αναγκάζονται να ζήσουν με επιδόματα. Ο Σάγκι εμφανίζεται συχνά να πεινάει και να κακοποιείται από τους συνομηλίκους του. Η μητέρα του βυθίζεται όλο και περισσότερο στην αυτοκαταστροφική της φύση. Γύρω τους απολυμένοι ανθρακωρύχοι και οι ρακένδυτες οικογένειές τους επιβιώνουν σε έναν τόπο φτιαγμένο από γήινους τόνους κατάντιας.

Κοιτούσε στο δωμάτιο τους φίλους της με τα φαρδιά τους ρούχα. Χρόνια ολόκληρα το ποτό τους κρατούσε κολλημένους σαν να είχαν παγώσει, τους λήστευε δεκαετίες ολόκληρες, τους πέταγε έξω από τον κόσμο και ρουφούσε στην κυριολεξία τη ζωή από μέσα τους.

Douglas Stuart

Ο Σάγκι ενηλικιώνεται πριν καν προλάβει να μπει στην εφηβεία. Μένει με τη μητέρα του και προσπαθεί να τη βοηθήσει να ξεμπλέξει, παρόλο που και ο ίδιος αντιμετωπίζει τις δικές του δυσκολίες.

Το διάβαζα αργά, γιατί εν μέσω θέρους μου έπεφτε βαριά τόση σκοτεινιά! Δεν είμαι σίγουρη αν μου άρεσε πραγματικά, αλλά ξέρω πως θα αργήσω να ξεχάσω τον Shuggie Bain. Ίσως να μη φύγει από τη μνήμη μου ποτέ, όπως μου συμβαίνει με την Eleanor Oliphant της Gail Honeyman και την Agnes της Hannah Kent. Διαφορετικό, «ωμό» μυθιστόρημα. Αν αυτό είναι το πρώτο έργο ενός συγγραφέα ποια μπορεί να είναι η συνέχεια;

Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα

Θα ξεκινήσω απ’ το τέλος. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης δε σκέφτηκα, ούτε μια στιγμή, αυτό το τέλος. Ο Johne Boyne θα άφησε αρκετούς από τους περίπου 7.000.000 αναγνώστες του ενεούς. Αυτό το βιβλίο αφορά την παιδική αθωότητα και την έμφυτη ικανότητα των παιδιών να ξεπερνούν τις πλέον δύσκολες καταστάσεις, χωρίς να καταβάλλουν καμία προσπάθεια.

Πρωταγωνιστής είναι ο Μπρούνο. Ένα εννιάχρονος Γερμανός που ζει με την οικογένειά του στο Βερολίνο. Η οικογένεια ανήκει στην προνομιούχα τάξη, καθώς ο πατέρας του Μπρούνο είναι στρατιωτικός των Ναζί. Την οικογένεια συμπληρώνουν η μητέρα και η αδελφή του Μπρούνο, Γκρέτελ ή αλλιώς «Καταδικασμένη Περίπτωση». Η οικογένεια αναγκάζεται να μετακομίσει στο Ουστ – Βιτσ, όπου ο πατέρας γίνεται διοικητής. Εκεί ο Μπρούνο, που έχει το ένστικτο του εξερευνητή, νιώθει μοναξιά καθώς χάνει τους φίλους του και δεν έχει τι να κάνει. Από το παράθυρο του δωματίου του, βλέπει έναν άλλο κόσμο. Ανθρώπους κάθε ηλικίας, φορώντας την ίδια ενδυμασία, να περπατούν στη μέσα μεριά του φράχτη. Όλα είναι περίεργα από εκείνη τη μεριά. Ο Μπρούνο αρχίζει να περπατά κατά μήκος του φράχτη και κάποια στιγμή συναντά ένα αγόρι. Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα ονομάζεται Σμούελ. Τα δύο παιδιά θα γίνουν φίλοι, χωρίς ποτέ να καταφέρουν να παίξουν. Βρίσκονται κάθε μέρα στο ίδιο σημείο και συζητούν τις αναμνήσεις από τα μέρη που ζούσαν πριν.

Ο συγγραφέας δημιούργησε έναν πολύ ενδιαφέροντα χαρακτήρα, θα ήθελα όμως να τον έχει αναπτύξει περισσότερο. Το βιβλίο τελειώνει απότομα και αυτό αφήνει στον αναγνώστη την αίσθηση του κενού. Ίσως, επειδή απευθύνεται σε πιο νεανικό κοινό να μην ήθελε να κουράσει. Αξίζει, όμως, να διαβαστεί από όλους. Στην έκδοση που αγόρασα η αφήγηση συμπληρώνεται από μια όμορφη, λιτή εικονογράφηση από τον Oliver Jeffers.

Αυτό που μου μένει στο τέλος είναι η ανάγκη να έχουμε φίλους σε κάθε ηλικία και με όποιες συνθήκες διαβίωσης.

Πώς να χειρίζεστε τους δύσκολους ανθρώπους

Μα, υπάρχουν δύσκολοι άνθρωποι;

Ο Roy Lilley γράφει ένα βιβλίο – οδηγό επιβίωσης, κυρίως, για ανθρώπους που εργάζονται σε πολυπληθή περιβάλλοντα και αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επικοινωνία με τους συναδέλφους τους. Αρχικά, προτρέπει τον αναγνώστη να προχωρήσει σε μία ενδοσκόπηση, αναζητώντας μήπως είναι ο ίδιος ένας δύσκολος άνθρωπος. Από τις πρώτες σελίδες ξεκαθαρίζει ότι ο άνθρωπος που παρακωλύει την ομαλή συνεργασία και διαταράσσει την ροή σε μια ομάδα έχει ο ίδιος θέματα, που καλό θα είναι να τον βοηθήσουμε να τα διαχειριστεί. Από εκεί και πέρα Θεοί δεν είμαστε και είναι σώφρων να μην γινόμαστε θύματα κανενός.

Η μεγαλύτερη αλήθεια που γράφεται μέσα σε αυτό το μικρό και ευκολοδιάβαστο βιβλιαράκι είναι πως υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που πρέπει να υποστούμε την κάθε συμπεριφορά τους, καθώς είναι δύσκολη η απεμπλοκή μας από αυτά. Για όλες τις άλλες κατηγορίες σχέσεων, ο συγγραφέας μας συμβουλεύει να μην σκοτιζόμαστε ιδιαίτερα.

Μπορούμε να διαλέξουμε τους φίλους μας ή τη γειτονιά που θέλουμε να ζήσουμε. Μπορούμε να επιλέξουμε πού θα ξοδέψουμε τα χρήματά μας και ποιος θα είναι ο σύντροφός μας. Μπορούμε να επιλέξουμε τι δουλειά θα κάνουμε. Υπάρχουν όμως δύο πράγματα που δεν μπορούμε να επιλέξουμε και είναι αυτά που μας δημιουργούν τα μεγαλύτερα προβλήματα: Δεν μπορούμε να επιλέξουμε την οικογένειά μας και δεν μπορούμε να επιλέξουμε τους συναδέλφους μας.

Roy Lilley

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο και σύντομο. Αυτό που θα ήθελα είναι μια ευρεία διερεύνηση και στα υπόλοιπα περιβάλλοντα, όπου συχνά ερχόμαστε αντιμέτωποι με χαρακτήρες, δύσκολους δεν θα πω, εκκεντρικούς θα πω. Ας τους βλέπουμε με μια πιο χαριτωμένη διάθεση, για να ξεπερνάμε τα εμπόδια που μας θέτουν με χαμόγελο!

Κάτω από τον πορφυρό ουρανό

Beneath a Scarlet Sky, by Mark Sullivan

Πάντα είχα την αίσθηση πως οι άνθρωποι που ζήσαν πόλεμο, έχουν ζήσει εμπειρίες για τρεις ζωές. Ή τουλάχιστον τρεις! Ίσως γι’ αυτό τα μυθιστορήματα που αφορούν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις δύσκολες ζωές των ανθρώπων τότε κερδίζουν συχνά μια θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Στο βιβλίο του Mark Sullivan έχουμε ως κεντρικό ήρωα τον έφηβο Ιταλό Πίνο Λέλα. Ο Πίνο ζει με την οικογένειά του στο Μιλάνο, αλλά αναγκάζονται να χωριστούν για να βρουν προσωρινά καταφύγια σε άλλα μέρη της Ιταλίας, όταν οι Σύμμαχοι αρχίζουν τους βομβαρδισμούς το 1943. Ο Πίνο και ο αδελφός του Μίμο καταφεύγουν στο μοναστήρι της Casa Alpina, όπου ο πατέρας Ρε στήνει ένα δίκτυο και βοηθά πολλούς Εβραίους να δραπετεύσουν στην Ελβετία. Ο Πίνο, ως δεινός σκιέρ και ορειβάτης αναλαμβάνει το δύσκολο έργο του οδηγού, αυτών των κατατρεγμένων ανθρώπων. Περνάνε μέσα από γκρεμούς και χιονισμένες κορυφές με προορισμό την κοιλάδα Λέι. Αργότερα το σκηνικό αλλάζει και ο Πίνο αναγκάζεται να γυρίσει στο Μιλάνο, καθώς ο πατέρας του Μικέλε και ο θείος του Άλμπερτ τον ενημερώνουν πως διατρέχει κίνδυνο να βρεθεί στο μέτωπο του πολέμου όντας σε στρατεύσιμη ηλικία. Ο θείος του έχει πολλές διασυνδέσεις και τον βάζει στην οργάνωση Τοτ, όπου ο Πίνο καταλήγει να γίνει σοφέρ του Ναζί στρατηγού Λέγιερς. Από εδώ ξεκινά ένα σχεδόν διαφορετικό βιβλίο. Ο Πίνο αναλαμβάνει να κατασκοπεύει το στρατηγό και να αναφέρει όλες του τις διαδρομές και συναντήσεις στο θείο του, που είναι συνεργάτης των Συμμάχων. Στη διάρκεια της αποστολής του ο Πίνο ερωτεύεται την υπηρέτρια της τροτέζας του στρατηγού. Ο συγγραφέας παραθέτει κάποιες ρομαντικές στιγμές του Πίνο και της Άννας, αλλά χωρίς τον απαραίτητο λυρισμό κατ’ εμέ.

Η ιστορία είναι πολύ ενδιαφέρουσα και βασίστηκε σε αληθινό πρόσωπο. Μέσα στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές σε αρκετούς διάσημους Ιταλούς με τους οποίους συναντήθηκε ο Πίνο, μέχρι το τέλος του πολέμου. Για παράδειγμα ο παγκόσμιος πρωταθλητής της Formula 1, Alberto Ascari και δικτάτορας Μουσολίνι. Αυτό το μυθιστόρημα διαφημίστηκε σαν αληθινή ιστορία, αλλά στη συνέχεια υπήρξαν πολλοί επικριτές του Sullivan. Στην ουσία του είναι μια ιστορία επιβίωσης και αντίστασης. Έμαθα πολλά πράγματα, όπως το ότι οι Ιταλοί και κυρίως οι Ιταλοί παπάδες βοήθησαν αρκετούς Εβραίους να σωθούν και να γλιτώσουν απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επίσης, κατάλαβα πως οι πολίτες της Ιταλίας στην πλειοψηφία τους είχαν αποκηρύξει τον φασισμό πολύ πριν ηττηθεί η ναζιστική Γερμανία. Με πραγματική απορία διαπίστωσα για ακόμη μια φορά πως πολλοί Ναζί στρατηγοί γλίτωσαν και συνέχισαν κανονικά τη ζωή τους. Ακόμα και αυτοί που δε διέφυγαν στη Λατινική Αμερική.

Το βιβλίο αυτό μου εμφύσησε την περιέργεια για περαιτέρω έρευνα ως προς την πορεία της Ιταλίας στη διάρκεια του πολέμου. Τέλος, το κομμάτι περιγραφής των βουνών στις Άλπεις νομίζω πως ήταν η καλύτερη συγγραφική στιγμή. Με έκανε να επιθυμήσω πραγματικά μια επίσκεψη στη Βόρεια Ιταλία!

Καρυότυπος

Ωδή στη μοναχικότητα.

Ο Ν. ζει στην Οξφόρδη εκπληρώνοντας τους εργασιακούς στόχους του, ως μοριακός βιολόγος. Αυτό, όμως, δεν του αρκεί. Ζει απομονωμένος. Δε συναναστρέφεται τους συναδέλφους του και δεν επιθυμεί να εμπλακεί στη ροή της καθημερινότητας. Προσπαθεί να αποκοπεί από τον κύκλο της οικογένειάς του στην Ελλάδα, χωρίς να καταβάλει και κάποια σημαντική προσπάθεια. Σποραδικές αναφορές σε κάποια υιοθεσία και τα «ορφανά του Τσαουσέσκου» δημιουργούν το υπόβαθρο για την αναζήτηση του γονιδίου της στοργής. Τα πειράματα του ήρωα αφορούν ακριβώς αυτό. Είναι η στοργή του γονέα εγγενής ή μαθαίνεται με τον καιρό; Αφιερώνεται στα πειράματα με τα ποντίκια του. Τελικά, τα θυσιάζει λίγο πριν την κάθαρση. Θα μπορούσε να είναι «O ξένος» του Camus.

Ο Άκης Παπαντώνης γράφει για την απόσταση που πρέπει να παίρνουμε από τα δεδομένα της ζωής, όταν, στην ουσία, ούτε η αγάπη του ανθρώπου που σε γεννά δεν είναι δεδομένη. Γράφει για την επιλογή να ζεις μόνος, όταν θέλεις να βρίσκεσαι σε απόσταση ασφαλείας από όλους τους ασφυκτικά οικείους. Γράφει για τη ματαιότητα της διαβίωσης σε μια πόλη που δεν της ταιριάζεις και δε σου ταιριάζει. Μου άρεσε αρκετά, αυτή η μελαγχολία που «σκεπάζει» κάθε τόνο σε αυτή τη νουβέλα. Κάπου ταυτίστηκα με τον ήρωα. Καταλαβαίνω πως είναι να ζεις σε μια πόλη μόνο και μόνο για τις ανάγκες της δουλειάς. Υπάρχουν πολλά στοιχεία με τα οποία μπορείς να ταυτιστείς με τον ήρωα – αντιήρωα Ν. Πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο το ότι διαβάζουμε τα email που στέλνει ο Ν. στον υπεύθυνο της έρευνας. Θα ήθελα να είναι μυθιστόρημα αυτή η ιστορία. Αισθάνθηκα πως είχε κάτι περισσότερο να μας πει ο συγγραφέας. Ελπίζω να συνεχίσει να γράφει!

Τα αεροδρόμια του θύμιζαν νεκροταφεία τελικά. Τόσοι άνθρωποι στον ίδιο χώρο, ο καθένας μόνος με τον εαυτό του.

Άκης Παπαντώνης