Μυστικά και ψέματα

Αρχικά μου άρεσε πολύ που η ιστορία εκτυλίσσεται στην Αυστραλία και όχι στις Η.Π.Α. Γίνονται κάποιες ελάχιστες, αλλά ενδιαφέρουσες, αναφορές στην κουλτούρα των Αυστραλών. Η ιστορία ξεκινάει με την έναρξη της σχολικής χρονιάς σε ένα δημόσιο νηπιαγωγείο. Εκεί συναντώνται άνθρωποι διαφορετικής κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης και με αφορμή ένα περιστατικό επιθετικής συμπεριφοράς νηπίου προς νήπιο δημιουργούνται μίση, πάθη και φιλίες.

Βγαίνουν στην επιφάνεια περιστατικά βίας που καλύπτονται χρόνια με τη χρυσόσκονη του μεγαλοαστικού «βολικού» τρόπου ζωής, απιστίες ευυπόληπτων συζύγων και συγκρούσεις μεταξύ πρώην συντρόφων. Ώρες ώρες αισθανόμουν πως παρακολουθώ τις ζωές τους μέσα από την κλειδαρότρυπα!

Εξελίσσεται η δημιουργία μιας νέας φιλίας μεταξύ τριών γυναικών. Της Μάντλιν, της Σελέστ και της Τζέιν, οι οποίες είναι, ουσιαστικά, οι 3 πρωταγωνίστριες. Η κάθε μια παλεύει με τη δική της πραγματικότητα και διαφυλάττει μέχρι τέλους τα μυστικά της, ώσπου στη βραδιά σχολικού διαγωνισμού εξαντλείται η υπομονή τους και σπάει η βιτρίνα του καθωσπρεπισμού…

Παρόλο που εξ αρχής γίνεται λόγος για έναν φόνο, το βιβλίο μου φάνηκε ανάλαφρο. Με την καλή έννοια! Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Liane Moriarty ήταν άμεση και ευκολοδιάβαστη. Οι περιγραφές, επίσης, δε με κούρασαν και έδιναν ένα γρήγορο ρυθμό. Κατά τη γνώμη μου, το τέλος είναι πολύ καλό και νομίζω ικανοποιεί τον αναγνώστη. Αν δε μεσολαβούσαν οι διακοπές του Πάσχα και οι συναντήσεις με την οικογένεια, θα το είχα τελειώσει πολύ πιο γρήγορα. Μου δημιούργησε την επιθυμία να δω και τη σειρά της HBO με τη Nicole Kidman, αν και πάντα, σε αυτές τις περιπτώσεις, νικάει το βιβλίο!

Fangirl

Αυτό με τις κατηγοριοποιήσεις στα βιβλία δεν το καταλαβαίνω και πολύ. Μέχρι το αστυνομική λογοτεχνία, παιδική λογοτεχνία it’s ok. Αλλά οι Αμερικάνοι το έχουν πάει σε άλλο επίπεδο… Το Fangirl, λοιπόν, θεωρείται Μυθοπλασία νεαρών ενηλίκων! Young Adult, δηλαδή. Δε θυμάμαι να έχω διαβάσει κάτι άλλο που συγκαταλέγεται σε αυτό το είδος. Η πρώτη απόπειρα μου άφησε ανάμεικτα συναισθήματα.

Η Rainbow Rowell το ξεκίνησε πολύ καλά και μου κέντρισε το ενδιαφέρον με τις δίδυμες Cath και Wren που ξεκινούν τη φοίτησή τους στο κολλέγιο. Δύο τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες που αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της φοιτητικής ζωής η κάθε μία με τον τρόπο της. Μου άρεσε, επίσης, που δεν έχουν μεγαλώσει σε μία οικογένεια βγαλμένη από διαφημίσεις γνωστής μάρκας βουτύρου. Ουσιαστικά μεγαλώνουν με τον πατέρα τους, ο οποίος αντιμετωπίζει κάποια θέματα με την ψυχική του υγεία. Αυτό το κομμάτι ήταν ενδιαφέρον, καθώς αποδόθηκε χωρίς μελοδραματισμούς και «Αχ, τους καημένους». Σε αυτό παραδέχομαι τους Αμερικάνους. Είναι ακομπλεξάριστοι με τις ψυχικές ασθένειες. Η συγγραφέας εδώ περνάει και ένα πολύ καλό μήνυμα, πως ακόμα και να έχεις στο ιστορικό σου βραχυχρόνιες νοσηλείες σε ψυχιατρικές κλινικές μπορείς να συνεχίσεις κανονικά τη ζωή σου, γιατί κανείς δε θα σε απολύσει απ’ τη δουλειά! Έχουμε και το άκρως δυσλειτουργικό πρότυπο μητέρας, που πραγματικά εμφανίστηκε σαν διάττοντας αστέρας και δε δόθηκε βάθος στο χαρακτήρα. Τα υπόλοιπα αφορούν τις σχέσεις των αδελφών και της Cath με τον Levi, που έμεινε και λίγο στο to be continued…

Επειδή η πρωταγωνίστρια Cath είναι ένα κλειστό και συνεσταλμένο κορίτσι αυτό που την εκφράζει είναι να γράφει και να δημιουργεί ιστορίες για γνωστά λογοτεχνικά πρόσωπα. Γι’ αυτό το λόγο δίνονται παράλληλα τα γραπτά της στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αλλά με τόσο μικρά γράμματα που δεν έκανα τον κόπο να χαλάσω τα όμορφα μπιρμπιλωτά μου ματάκια! Αυτό είναι παράπονο για τις εκδόσεις Macmillan. Ακόμα και οι νεαροί ενήλικες πιστεύω θα δυσκολεύονται. Εν κατακλείδι, στα συν είναι το μότο του πατέρα που λέει στην Cath για να την εμψυχώσει «Life is the horse» και πως ήταν ξεκουραστικό ως βιβλίο. Να μια νέα καλή κατηγορία! Ξεκουραστική λογοτεχνία!

Το Αηδόνι

Για κάποιο λόγο μου αρέσουν πολύ τα μυθιστορήματα που αφηγούνται ιστορίες από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με σοκάρει πάντα το πόσο μεγάλο κακό μπορεί να κάνει άνθρωπος σε άνθρωπο και με εκπλήσσει η γενναιότητα που έδειχναν πολλοί τότε. Έχω μια εντύπωση πως δεν υπάρχουν πια γενναίοι και γενναίες. Τότε, όμως, απλοί άνδρες και γυναίκες αψηφούσαν το φόβο τους και αντιστέκονταν, προσπαθούσαν να σώσουν αθώους και να βρουν τη λογική σε όλο αυτό το παράλογο που συνέβαινε.

Σε αυτό το μυθιστόρημα επιβίωσης πρωταγωνιστούν η Ιζαμπέλ και η Βιάν, δυο αδελφές που προσπαθούν να προστατέψουν όσους αγαπούν. Δυο κόσμοι που συγκρούονται, αλλά βρίσκονται σε τόσο αλληλένδετη μοίρα. Ένα βιβλίο που περιγράφει τις κακουχίες και την πείνα, χωρίς να προκαλεί το συναίσθημα. Οι κακουχίες είναι δεδομένες, η πείνα το ίδιο. Ο καφές από βελανίδια και οι ουρές με τα δελτία στο χέρι για λίγο μπαγιάτικο ψωμί. Άνθρωποι σκιές που προσπαθούν να επιβιώσουν. Άνθρωποι μαχητές που προσπαθούν να αντιστρέψουν την τύχη.

» Όταν πέρασαν την πύλη, η Ιζαμπέλ είδε εκατοντάδες – χιλιάδες – γυναίκες που έμοιαζαν με φαντάσματα να κινούνται μέσα σ’ ένα απόκοσμο γκρίζο τοπίο, με τα σώματά τους εξαϋλωμένα, τα μάτια τους σβησμένα και νεκρά στα γκρίζα πρόσωπά τους, τα κεφάλια τους ξυρισμένα. Φορούσαν φαρδιά βρόμικα φορέματα με ρίγες΄ μερικές ήταν ξυπόλυτες. Μόνο γυναίκες και παιδιά. Κανένας άντρας. »

Kristin Hannah

Το Αηδόνι θα το θυμάμαι για καιρό… Δεν είναι απλά ένα ακόμα ιστορικό μυθιστόρημα. Είναι διαρρηγμένες οικογενειακές σχέσεις που αποκαθίστανται λίγο πριν πέσει η αυλαία. Είναι η δύναμη των γυναικών να πέφτουν και να σηκώνονται, πάλι και πάλι. Είναι η ελπίδα που δεν πρέπει να χάνεται, ακόμα και στους πιο σκοτεινούς καιρούς.

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Βιώνουν και οι μοναχοί τη μοναξιά; Φοβούνται, όπως και όσοι ζουν μέσα στις κοινωνίες; Αγωνιούν για το θάνατο αγαπημένων, όπως όλοι μας; Μάλλον, ναι… Ο μοναχός Βικέντιος βρίσκεται μόνος του σε ένα μοναστήρι που στέκει στην άκρη ενός βράχου. Αρχικά υπήρχαν και άλλοι μοναχοί εκεί, αλλά εδώ και χρόνια έχουν όλοι αποβιώσει κι έχει μείνει ο μόνος άνθρωπος εκεί πάνω. Η αγωνία του είναι να πάει καλά η γέννα της σκυλίτσας του Σίσσυς και να μη χάσει τη μόνη συντροφιά του. Ό,τι πολύ φοβόμαστε γίνεται, δυστυχώς. Η σκυλίτσα πεθαίνει και αφήνει τρία κουταβάκια στο μοναχό για να τα αναστήσει. Πόσο δύσκολο είναι αυτό, όμως; Η ανησυχία του μοναχού είναι διάχυτη σε όλη την αφήγηση. Προσπαθεί να κάνει το καλύτερο. Ίσως ο συγγραφέας να θέλει να περάσει και αυτό το μήνυμα. Να προσπαθούμε ακόμα και μετά από αλλεπάλληλες ήττες. Αυτό που με εντυπωσίασε σε αυτό το βιβλίο, δεν είναι η ιστορία αυτή καθεαυτή αλλά η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Μακριδάκης. Χειρίζεται εντέχνως το λόγο, χρησιμοποιώντας λέξεις που συνθέτει ο ίδιος και ένα αφηγηματικό ύφος που θυμίζει έντονα Παππαδιαμάντη. Εμένα μου θύμισε και λίγο από Στόουνερ στο θέμα της αφήγησης. Αλλά επειδή το ένα είναι μετάφραση, ενώ αυτό είναι γραμμένο από Έλληνα με κάνει να αναθαρρεύω για τους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες. Να θυμηθώ να διαβάσω περισσότερους Έλληνες!

Hotel Flamingo!

Πόσο όμορφα παιδικά βιβλία εκδίδουν οι Βρετανοί;

Ξεκινώντας απ’ το εξώφυλλο που είναι ένα κομψοτέχνημα και φυσικά πηγαίνοντας στην ίδια την ιστορία είναι ένα πολύ όμορφο παιδικό βιβλίο.

Ο Alex Milway μας αφηγείται την ιστορία της Άννας που αναλαμβάνει να «ζωντανέψει» το ξενοδοχείο της θείας της, το οποίο για χρόνια δε λειτουργεί. Οι δύο υπάλληλοι που παραμένουν πιστοί και υποδέχονται την Άννα είναι ο αρκούδος T. Bear και ο λεμούριος Lemmy. Με την ομαδική δουλειά τους και με θετική διάθεση, από τα ζωάκια που στηρίζουν την Άννα, το ξενοδοχείο επαναλειτουργεί. Προσλαμβάνονται και άλλα ζωάκια, έρχονται και επισκέπτες ζωάκια, εκτός από την κυρία Turpington (που είχε πέσει σε χειμερία νάρκη) η οποία μένει ήδη εκεί!

Εμφανίζονται και αληθινά φλαμίνγκο με επικεφαλής τη δυναμική κυρία Frangranti που διοργανώνει μία μουσική βραδιά, με σκοπό τη διαφήμιση του ξενοδοχείου. Εμφανίζονται και επισκέπτες που είναι ανεπιθύμητοι σε άλλα ξενοδοχεία, καταπατητές της πισίνας και ένας γάτος πονηρός… Ήταν από τα πιο καλογραμμένα παιδικά βιβλία που διάβασα τελευταία. Βιάστηκα και αγόρασα την αγγλική έκδοση, γιατί δεν έκανα έρευνα να δω πως έχουν εκδοθεί και στα ελληνικά με τίτλο «Ξενοδοχείο Φλαμίνγκο»! Παρόλο που είναι παιδικό βιβλίο, είχε πλούσιο λεξιλόγιο με επιρρήματα και συνώνυμα, ώστε να μη γίνεται επανάληψη λέξεων. Αυτό μου άρεσε πολύ! Έχω την αίσθηση πως είναι από τα παιδικά βιβλία που θα αρέσουν στα παιδιά, όσο και σε έναν ενήλικα. Τα στοιχεία που μου έμειναν είναι η ομαδική δουλειά, η επιμονή στο σκοπό παρά τις δυσκολίες και η αποδοχή των άλλων, τα οποία μπορούν να γίνουν κατανοητά από ένα παιδάκι, δίχως «δασκαλέ» ύφος και κατήχηση. Με ενθουσίασε τόσο που θα αγοράσω την ελληνική έκδοση και θα τη δωρίσω στη βιβλιοθήκη του σχολείου που εργάζομαι. Παρόλο που δεν είμαι φαν των τριλογιών, τετραλογιών κ.λ.π. θα πάρω σίγουρα και τα επόμενα 3 βιβλία της σειράς.

Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη

Θυμήθηκα την πρώτη φορά που γνώρισα κάποιον άνθρωπο γεννημένο στο Αφγανιστάν. Ήμουν στο πανεπιστήμιο και μια συμφοιτήτριά μου είχε φίλο έναν Αφγανό που σπούδαζε σε κάποιο μέρος της Ελλάδας (μάλλον στην Αθήνα) και είχε επισκεφθεί για λίγες μέρες το Βόλο. Του ζήτησε να έρθει στο τμήμα μας και να μας μιλήσει για την κατάσταση στο Αφγανιστάν, αλλά και την ιδιαίτερη κουλτούρα της φυλής του, καθώς ανήκε στην φυλή των Καλάς. Ο άνθρωπος μας μιλούσε για τον εμφύλιο, μέσα στον οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε, και για το γεγονός πως υπάρχουν ολόκληρες γενιές στο Αφγανιστάν που δε γνώρισαν ειρήνη! Δεν είμαι σίγουρη αν το «καλομαθημένο» ακροατήριο αποτελούμενο από ένα ανέμελο φοιτηταριό που δεν είχε περάσει καμία σημαντική δυσκολία στη ζωή του καταλάβαινε ακριβώς την ουσία της ομιλίας. Η ενσυναίσθησή μας τότε κυμαινόταν σε χαμηλά επίπεδα. Άλλωστε όλα αυτά συνέβησαν 2 με 3 χρόνια πριν το πρώτο μνημόνιο. Έκτοτε είδαμε πολλά και μάθαμε πως η ευημερία δεν είναι δεδομένη…

Με το βιβλίο αυτό έμαθα πολλά περισσότερα για το Αφγανιστάν και για το πως περνούσε ο κόσμος εκεί στη μικρή, τελικά, ειρηνική περίοδο. Ο Αμίρ και ο Χασάν είναι δύο παιδιά που μεγαλώνουν ουσιαστικά μαζί, παρόλο που ο ένας είναι γιος του «αφεντικού» και ο άλλος του υπηρέτη. Για το Χασάν είναι χρέος να υπηρετεί τον Αμίρ και να τον προστατεύει. Ο Αμίρ, ένα δειλό παιδί που προσπαθεί με κάθε τρόπο να κερδίσει την εύνοια του Μπάμπα (πατέρα) του, εγκαταλείπει το Χασάν στα χέρια ενός φρικαλέα βίαιου παιδιού και της συμμορίας του. Η θυσία του Χασάν είναι το τίμημα που πληρώνουν τα δυο παιδιά για να κερδίσουν τον τελευταίο χαρταετό που πέφτει ηττημένος απ’ το δικό τους χαρταετό σε έναν τοπικό αγώνα. Ο Αμίρ κάνει τα πάντα για να πάρει τα εύσημα απ’ τον πατέρα του και ο Χασάν τα πάντα για τον Αμίρ. Όμως το τίμημα θα τους κυνηγά και δεν θα τους αφήσει σε ησυχία ακόμα και όταν θα ξεσπάσουν οι πόλεμοι και θα αρχίσουν οι διωγμοί.

Ο Αμίρ και ο Μπάμπα βρίσκουν καταφύγιο στις Η.Π.Α., όπου τελικά υπάρχουν ολόκληρες παροικίες Αφγανών και ο Χασάν με τον πατέρα του Αλή είναι εξαφανισμένοι σε κάποιο χωριό του Αφγανιστάν καθώς έχουν εγκαταλείψει την Καμπούλ από χρόνια. Ο Αμίρ προσπαθεί να ξεχάσει και το πέρασμα των χρόνων σε συνδυασμό με το γάμο του με τη συντοπίτισσά του Σοράγια του δίνουν κάποια εσωτερική δύναμη να συνεχίσει να ζει το αμερικανικό όνειρο χωρίς τύψεις για τη δειλία που έδειξε στην παιδική του ηλικία. Ένα τηλεφώνημα, όμως, από τον έμπιστο φίλο και συνεταίρο του πατέρα του Ραχίμ τον φέρνει αντιμέτωπο με τους μεγαλύτερους φόβους του και τον οδηγεί σε μία περιπέτεια με στόχο τη διάσωση ενός παιδιού. Ο Αμίρ δείχνει, επιτέλους, θάρρος και βρίσκεται στο Πακιστάν, όπου ο αδελφικός φίλος του πατέρα του εκμυστηρεύεται το μεγαλύτερο μυστικό με το βάρος του οποίου είχε φύγει ο Μπάμπα. Ο Αμίρ μπαίνει στο κατειλημμένο από τους Ταλιμπάν Αφγανιστάν και έρχεται αντιμέτωπος με το «τέρας» της παιδικής του ηλικίας. Η θυσία του για τη σωτηρία του γιου του Χασάν θα του στοιχίσει αρκετά, αλλά θα του δώσει τελικά την εξιλέωση.

Όλο το νόημα αυτού του μυθιστορήματος είναι οι 2 τελευταίες σελίδες. Η στιγμή που λυτρώνεται ο Αμίρ πετώντας πάλι έναν χαρταετό στον αέρα.

Όλοι έχουμε αδικήσει κάποτε άθελα, κάποτε ηθελημένα ανθρώπους που αγαπάμε στην παιδική μας ηλικία. Το ζητούμενο είναι να μην κουβαλάμε αυτά τα βάρη για χρόνια, σα φαντάσματα γύρω μας, και να έχουμε τη δύναμη να ζητήσουμε συγγνώμη.

Μικρές φωτιές παντού

Θα μπορούσε να λέγεται «Μάνες και κόρες» κάλλιστα…

Επίσης, θα μπορούσε να με είχε ενθουσιάσει αν ήμουν Αμερικάνα, μεγαλωμένη στη δεκαετία του ’90 (που είμαι, δεν μπορώ να το κρύψω πια) και με λέγαν Debbie Something. Γιατί γίνονται συνεχείς αναφορές σε πράγματα, καταστήματα και γεγονότα των Η.Π.Α. του 1997 που σε κάποιον που τα έχει ζήσει δημιουργούν μια νοσταλγία. Εγώ το μόνο που αναγνώρισα ήταν το ολίσθημα του Προέδρου Κλίντον με τους λεκέδες και τα συναφή, που τελικά είναι διεθνές, διαχρονικό κουτσομπολάκι!

Οι κύριοι χαρακτήρες είναι δύο μητέρες. Η μία ζει την άνετη ζωή της σε ένα παστρικό προάστιο του Κλίβελαντ με το σύζυγο και τα 4 παιδιά τους και η άλλη ζει περιπλανώμενη τραβολογώντας πέρα δώθε την κόρη της. Διασταυρώνονται όταν η δεύτερη νοικιάζει ένα διαμέρισμα που ανήκει στην πρώτη (και επειδή μένω κι εγώ στο ενοίκιο πολύ με εκνεύρισε που η κυρία Ρίτσαρντσον μπαινόβγαινε με το έτσι θέλω). Η κόρη της δεύτερης (Περλ Γουόρεν) ζώντας σα νομάδα με τη μητέρα της θαμπώνεται από τη ζωή των Ρίτσαρντσον, δεν ξεκολλάει απ΄ το σπίτι τους και στο τέλος δεν ξεκολλάει και από το μεγάλο γιο της οικογένειας. Όλοι οι χαρακτήρες των παιδιών ξεδιπλώνονται και αποδίδονται αρκετά εύστοχα. Θα ήθελα όμως να πέσει λίγο περισσότερο φως στη μικρότερη κόρη της οικογένειας Ρίτσαρντσον (Ίζι), η οποία «πνίγεται» από την καταπιεστική μάνα που της φέρεται με ιδιαίτερο τρόπο. Η Ίζι δένεται με τη Μία Γουόρεν (δεύτερη πρωταγωνίστρια) που δεν είναι καθόλου επικριτική με τα λάθη των άλλων, γιατί, σαφώς, έχει κάνει πολλά και η ίδια στο παρελθόν και ξέρει. Τα κρύβει εντέχνως μέχρι που «τα παίρνει» (έκφραση 90’s για όσους γεννήθηκαν μετά…) η Ρίτσαρντσον μαζί της και ως δεινή δημοσιογράφος ανακαλύπτει τι κρύβεται πίσω από την εναλλακτική φωτογράφο Γουόρεν. Επιστέγασμα όλων αυτών των μικρών σπινθήρων είναι να ανάψουν μεγάλες φωτιές.

Ομολογώ πως η παράλληλη ιστορία δύο μητέρων (εμπλεκόμενων με τους κύριους χαρακτήρες) που διεκδικούν ένα κοριτσάκι μου άρεσε αρκετά. Θα μπορούσε από μόνη της να γίνει ένα όμορφο μυθιστόρημα ή και ταινία!

Ήταν ένα ευχάριστο και ευκολοδιάβαστο βιβλίο που πραγματικά με ξεκούρασε. Από εκεί και πέρα δε νομίζω πως θα το θυμάμαι για καιρό, κυρίως, λόγω του τέλους του. Ενώ η συγγραφέας Celeste Ng έφτιαξε ολοκληρωμένους χαρακτήρες και η πλοκή ήταν ενδιαφέρουσα κάπου το χάλασε, σα να είχε κουραστεί και η ίδια και να ήθελε να δώσει ένα τέλος. Το αποτέλεσμα ήταν άνευρο και δε με ενθουσίασε. Αλλά θα το πρότεινα ως ένα χαλαρό ανάγνωσμα για ανέμελα απογεύματα με μια κούπα τσάι ή ένα ελληνικό καφεδάκι στη βεράντα τώρα που μπαίνει η άνοιξη…

«Θα ‘ναι σα να μπαίνει η άνοιξη»!

Farewell Harry Potter!

Ή αλλιώς, σήμερα έμαθα το τέλος του Χάρι Πότερ…

Αν για όλα υπάρχει ο σωστός χρόνος να γίνουν, τότε φαίνεται πως για εμένα τώρα ήταν η σωστή στιγμή να τελειώσω τον Χάρι Πότερ. Νομίζω, τελικά, πως αν διάβαζα από μικρή τα τελευταία βιβλία της σειράς και ειδικά το «Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου» θα είχα χάσει πολλά απ’ τα νοήματα και δε θα αισθανόμουν το ίδιο. Ούτως ή άλλως χρειαζόμαστε λίγη μαγεία αυτές τις εποχές…

Είχα πει να παρατείνω την αγωνία μου και να μη διαβάσω το τελευταίο βιβλίο της σειράς, αλλά πραγματικά δεν άντεξα. Το αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης νηστείας; Μία ώρα αφότου είχα τελειώσει το «Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ» άνοιξα με λαχτάρα το αριστούργημα  Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου. Γιατί πρόκειται περί αριστουργήματος και δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι είναι, απλά, το τέλος μίας πολύ επιτυχημένης σειράς βιβλίων.

Καταιγιστικό και αγωνιώδες από την αρχή! Μου δημιούργησε μεγαλύτερη συγκίνηση από όλα τα προηγούμενα τεύχη, ειδικά με τον ηρωικό θάνατο του καλοκάγαθου ξωτικού Ντόμπι. Αυτή ήταν η απώλεια που με στεναχώρησε περισσότερο από όλες τις προηγούμενες. Νομίζω πως και η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ έδειξε έναν Χάρι που πήρε για πρώτη φορά το χρόνο του και πένθησε, όπως χρειαζόταν. Η περιπέτεια του Χάρι, του Ρον και της Ερμιόνης που κρύβονται και αναζητούν τους Πεμπτουσιωτές διανθίζεται αφηγηματικά με πολλές παράλληλες ιστορίες μάγων γεννημένων από Μαγκλ που προσπαθούν να σωθούν από το ολοκληρωτικό καθεστώς που έχει επιβληθεί από το Βόλντεμορτ και τους Θανατοφάγους του. Στη συνέχεια, τα παιδιά μαθαίνουν για τους μυστηριώδεις Κλήρους του Θανάτου και ο Χάρι προσπαθεί να τους συνδέσει με την αποστολή που του ανέθεσε ο Ντάμπλντορ.

Μαθαίνουμε πολλά για την οικογένεια του Ντάμπλντορ και τις νεανικές του φιλοδοξίες, αλλά η μεγάλη αποκάλυψη είναι το παρελθόν του Σνέιπ, ο ρόλος που διαδραμάτιζε τόσα χρόνια και η σύνδεσή του με τον Χάρι. Το τέλος είναι καθηλωτικό! Ανθρωποκυνηγητό συνεχές τόσο για τους τρεις φίλους, όσο και για τους υποστηρικτές του Χάρι. Τα παιδιά που έχουν ξεμείνει στο Χόγκουαρτς υποφέρουν, αλλά στο τέλος επαναστατούν με αλτρουισμό και πίστη στο καλό που θα ‘ρθει. Ζωές σώζονται, ζωές χάνονται… Περιλαμβάνει πολλές απώλειες, δυστυχώς, αλλά η αγωνιώδης ατμόσφαιρα που δημιούργησε η συγγραφέας με έκανε να μην προλαβαίνω να τις σκέφτομαι. Όλη η σκέψη και η κατανόηση της ουσίας έρχεται με τη συνάντηση του Χάρι και του Ντάμπλντορ. Από εκεί κι έπειτα ο Χάρι, δίνοντας τη μεγάλη μάχη, εξηγεί στον αντίπαλό του πως η ανιδιοτελής αγάπη είναι η μεγαλύτερη νίκη της ζωής επί του θανάτου. Ο Βόλντεμορτ, εννοείται, δεν καταλαβαίνει τίποτα και δε μετανοεί, οπότε χάνεται για πάντα! Θρίαμβος του καλού, χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες. Απλά και όμορφα, όπως όλοι οι χαρακτήρες που μας έδωσε με αφηγηματική μαεστρία η Ρόουλινγκ. Που κάτι μου λέει πως κρατούσε δυνάμεις για το τέλος και έγραψε ένα εκπληκτικό βιβλίο.

Για όσο αισθάνομαι ακόμα παιδί, έχω την ελπίδα πως θα ξανασυναντηθούμε. Προς το παρόν, όμως, αντίο Χάρι Πότερ!

Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ

Κατά την ταπεινή μου άποψη ένα από τα καλύτερα βιβλία της σειράς! Ήταν συγκινητικό… Όλο αυτό με το δάσκαλο που προετοιμάζει το μαθητή, ώστε να γίνει καλύτερος και να τον ξεπεράσει… Μίλησε στην καρδιά μου!

Και ναι, αν το διάβαζα στην ώρα του (κάπου 15 χρόνια πριν) ίσως έκλαιγα τώρα.

Πρωταγωνιστής σε αυτό το βιβλίο το εγχειρίδιο του Ημίαιμου Πρίγκιπα με φίλτρα και ξόρκια που λίγοι μάγοι ξέρουν. Ποιος δε θα το χρησιμοποιούσε, αν έπεφτε στα χέρια του;;; Δεν υπήρχε περίπτωση να έχανα την ευκαιρία και ας είχα το σπασικλάκι την Ερμιόνη να με ζαλίζει…

Αισθάνθηκα πως σε αυτό το βιβλίο γνωρίζουμε λίγο παραπάνω τον Ντάμπλντορ πριν φύγει για πάντα. Με το θάνατό του σφραγίζεται μία συμφωνία μεταξύ του Χάρι και του ίδιου. Ο στόχος τώρα για το Χάρι είναι να βρει τους τέσσερις Πεμπτουσιωτές. Οι φίλοι του είναι αποφασισμένοι να μην τον αφήσουν μόνο σε αυτή την αποστολή και το αποδεικνύουν με τις πράξεις τους.

Έχουμε και τα ερωτικά σκιρτήματα του Χάρι και της Τζίνι και τις ζηλίτσες και τα πίσω μπρος και… Αααα, τι ωραίο πράγμα ο έρωτας! Αυτό το κομμάτι ήταν αναπάντεχα απολαυστικό. Στα προηγούμενα βιβλία, όπου αναφερόταν το φλερτάκι με την Τσο, δεν υπήρχε σπίθα. Τώρα ναι, μπόρεσα να φανταστώ τον Χάρι ερωτοχτυπημένο!

Ομολογώ πως μου άρεσε και η πληθωρική φυσιογνωμία του Σλάγκχορν. Σπάνια η συγγραφέας περιγράφει τόσο γλαφυρά τις «περιφερειακές» προσωπικότητες στα βιβλία της. Αυτόν τον τύπο το συμπάθησα, αν και ήταν παρτάκιας και φοβητσιάρης. Αλλά στο τέλος τέλος ποια είμαι εγώ να τον κρίνω;

Λιγάκι (τι λιγάκι, δηλαδή) ο Σνέιπ μου τα χάλασε, γιατί πίστευα πως στο τέλος θα αποδειχτεί καλός. Αλλά, θα περιμένω να μου λυθεί αυτή η απορία στο τελευταίο βιβλίο. Είναι 12:11 τα μεσάνυχτα, τα δάχτυλά μου με γαργαλάνε να πιάσω το όγδοο βιβλίο της σειράς και να μάθω το τέλος του Χάρι του Πότερ. Αλλά θέλω να με βασανίσω λίγο ακόμα, να παρατείνω την αγωνία, να μαζοχιστώ κι άλλο, βρε αδελφέ! Θα διαβάσω κάτι άλλο στη συνέχεια και μετά το τελευταίο βιβλίο του Χάρι του Πότερ. Σαν τον Ντόμπι θα χτυπιέμαι αυτές τις μέρες!

Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα

Πικράθηκα! Πικράθηκα τόσο που στο Goodreads έβαλα 4 αστεράκια. Τι; Σε βιβλίο Χάρι Πότερ 4 αστεράκια; Ιεροσυλία; Προδοσία; Να πω την αμαρτία μου ήταν μεγάλο και κάπου χάθηκε η ροή. Αλλά να πεθάνει ο Σείριος; Μια ελπίδα είχα να αποκτήσει ο Χάρι πραγματική μαγο-οικογένεια και εξανεμίστηκε. Και τον πεθαίνει τόσο βιαστικά και απλά η κυρία J.K. που έψαχνα στις τελευταίες σελίδες μήπως μας τον ξαναεμφανίσει. Κάτι μου λέει πως αυτό το βιβλίο θα έγινε καλή ταινία. Να τα λέμε και τα σωστά. Αλλά αν δεν τελειώσω όλα τα βιβλία Χάρι Πότερ δε βλέπω τις ταινίες. Την πρώτη και φτάνει. Και αυτό γιατί η πρώτη παίζει στο Star, όπως έπαιζε δεκαετία του ’90 στο Mega το «Μόνος στο σπίτι» και το «Κοίτα ποιος μιλάει». Αυτό, ναι, είναι ιεροσυλία…