Το μυστικό του νυχτερινού τρένου

Σε όποιον αρέσουν τα ταξίδια με τρένο, να σηκώσει το χέρι του!

Η Sylvia Bishop γράφει μια πολύ όμορφη ιστορία μυστηρίου για παιδιά και εμάς που πάντα θα αισθανόμαστε παιδιά… Η γραφή της θα μπορούσε να παραπέμπει σε κινηματογραφικό σενάριο. Καθώς το διάβαζα μου θύμισε λίγο ταινία.

Η μικρή Γαλλίδα Μαξ ξεκινάει ένα ταξίδι με το τρένο για να επισκεφθεί τη θεία του πατέρα της, Ελοντί Μορέλ, που ζει στην Κωνσταντινούπολη. Θα τη συνοδεύσει μία αλλιώτικη καλόγρια, η αδελφή Μαργαρίτα. Στο τρένο θα συναντήσουν μία ιδιότροπη, Ελβετή συλλέκτρια πολύτιμων λίθων, ονόματι Έστερ και τον ανιψιό της Κλάους. Συναντούν ακόμη τον γκαφατζή Ρούπερτ και την αινιγματική Σελέστ. Το ταξίδι Παρίσι – Μόναχο – Βουδαπέστη – Βουκουρέστι – Κωνσταντινούπολη θα ξεκινήσει με καθυστέρηση, καθώς ο επιθεωρητής της γαλλικής αστυνομίας Λε Γκοφ, αναζητά ανάμεσα στους επιβάτες να βρει το «Διαμάντι των Σπαραγμών». Η Μαξ ως μια καταπιεσμένη, από την αστική παριζιάνικη ζωή, ερευνήτρια ξεκινά αυθόρμητα να υποπτεύεται και να παρακολουθεί τους συνεπιβάτες της στο ταξίδι. Ακολούθησαν πολλές ανατροπές στην υπόθεση και ο ένοχος ήταν κάποιος που δεν υποπτεύθηκα στιγμή!

Παρόλο που έχω διαβάσει αρκετά middle-grade βιβλία, αυτό είναι ένα από τα λίγα που άξιζαν να αναφερθώ.

Υ.Γ.: Ένα από τα πιο όμορφα εξώφυλλα που έχω δει!

Μεσάνυχτα στη Βιβλιοθήκη

Ο Matt Haig έγραψε ένα παραμύθι για μεγάλους!

Ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα για τις δεύτερες ευκαιρίες στη ζωή και τις πιθανές «πόρτες» που ανοίγονται στο διάβα μας, αν πάρουμε έστω και μια μικρή διαφορετική απόφαση, αν κάνουμε μια διαφορετική κίνηση στη σκακιέρα της ζωής.

Και δεν υπάρχει σωστός τρόπος να παίξεις∙ υπάρχουν πολλοί τρόποι. Στο σκάκι, όπως και στη ζωή, η πιθανότητα είναι η βάση των πάντων: κάθε ελπίδας, κάθε ονείρου, κάθε τύψης, κάθε στιγμής της ζωής.

Matt Haig

Η Νόρα, η πρωταγωνίστρια της ιστορίας, είναι 35 χρονών. Ζει μοναχικά και αποκομμένη από το μοναδικό εν ζωή μέλος της οικογένειάς της, τον αδελφό της Τζόε. Μένει στην πόλη που μεγάλωσε στο Μπέντφορντ, παρόλο που είχε φύγει για σπουδές φιλοσοφίας στο Λονδίνο. Η μοναδική της φίλη έχει μεταναστεύσει στην Αυστραλία και ο εργοδότης της την απολύει. Η Νόρα που πάσχει από κατάθλιψη, παίρνει την απόφαση να αυτοκτονήσει. Και κάπου εκεί εμφανίζεται η Βιβλιοθήκη του Μεσονυκτίου, με κομβικό πρόσωπο τη βιβλιοθηκάριο κυρία Ελμ. Η Νόρα γνωρίζει την κυρία Ελμ, καθώς ήταν η βιβλιοθηκάριος της σχολικής βιβλιοθήκης, όπου κατέφευγε συχνά ως μαθήτρια, για να μοιραστούν μια παρτίδα σκάκι… Η κυρία Ελμ ανοίγει έναν κόσμο πιθανοτήτων στη Νόρα, μέσα από τα βιβλία. Κάθε βιβλίο που η Νόρα επιλέγει της δίνει τη δυνατότητα να ζήσει με έναν διαφορετικό τρόπο, σε κάποιο διαφορετικό μέρος.

Ταυτίζεσαι με τη Νόρα και την αγαπάς. Άλλωστε, ποιος δεν έχει σκεφτεί τι θα είχε συμβεί στη ζωή του, αν περνούσε σε κάποια άλλη σχολή, αν επέλεγε άλλο επάγγελμα ή αν έκανε άλλες επιλογές στην προσωπική του ζωή; Η Νόρα μου θύμισε κάτι από την Έλενορ Όλιφαντ. Το «Μεσάνυχτα στη Βιβλιοθήκη» δημιουργεί την ίδια αίσθηση οικειότητας με την πρωταγωνίστρια. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, εύχεσαι η Νόρα να τα καταφέρει, να επιζήσει και να ευτυχίσει στη ζωή της.

Ευχαριστώ από καρδιάς τις εκδόσεις Ψυχογιός για το αντίτυπο.

Καλή αναγνωστική χρονιά!

Πώς οι Δανοί εκπαιδεύουν τα πιο ευτυχισμένα παιδιά στο σχολείο και στην οικογένεια

Διάβαζα αυτό το βιβλίο με μία δόση σκεπτικισμού, αλλά και πολλές δόσεις περιέργειας…

Η Jessica Joelle Alexander συνέγραψε ένα βιβλίο «κλειδαρότρυπα» που μας δείχνει τη ζωή παιδιών και γονέων στη Δανία. Παράλληλα μας δίνει και κάποιες συμβουλές – οδηγίες για την επίτευξη της πολυπόθητης ευτυχίας. Ο τρόπος γραφής είναι πολύ απλός και παραστατικός. Σε αυτό συμβάλλουν τα πολλά παραδείγματα. Τα όσα γράφει για τις δραστηριότητες που εφαρμόζουν στα σχολεία για τη δημιουργία ενός αισθήματος πληρότητας και ανήκειν, μου φάνηκαν εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Η φιλοσοφία που προσπαθεί να μεταδώσει η συγγραφέας θυμίζει, σαφώς, και το εξαιρετικά δημοφιλές «The Little Book of Hygge: The Danish Way to Live Well» του Meik Wiking, που είχα διαβάσει πριν χρόνια.

Και τώρα ο σκεπτικισμός… μιας Νοτιοευρωπαίας, Βαλκάνιας («Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;»), Ελληνίδας. Αρχικά, όλα αυτά τα βιβλία γίναν ιδιαίτερα δημοφιλή μετά από έρευνες μέτρησης της ευτυχίας σε διάφορα κράτη. Πώς γίνεται να μετριέται ποσοτικά η ευτυχία; Πώς γίνεται να συγκρίνονται κράτη με τόσο διαφορετικές συνθήκες διαβίωσης, ως προς το δείκτη της ευτυχίας; Με απλά λόγια αν οι Δανοί ζούσαν σε μια χώρα με υψηλό δείκτη ανεργίας, πολυετή οικονομική κρίση και μία αίσθηση συνεχούς ανασφάλειας, θα ήταν εξίσου ευτυχισμένοι; Αν είχαν το ελληνικό σύστημα υγείας και τα παιδιά φοιτούσαν σε δημόσια σχολεία τσιμενταρίες, με ένα κεράκι αναμμένο θα σωζόταν η κατάσταση;

Βεβαίως, θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε κάποιες καλές πρακτικές του εκπαιδευτικού συστήματος της Δανίας, όπως την κατάργηση των βαθμών στο δημοτικό σχολείο και τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, που τη λιβανίζουμε χρόνια και ακόμα να εφαρμοστεί!

Το αγόρι που το είπαν… Χριστούγεννα

Αγόρασα αυτό το βιβλίο στις αρχές του Γενάρη και σκέφτηκα να το αφήσω στη βιβλιοθήκη για να το διαβάσω, όταν ξανάρθουν Χριστούγεννα… Και πολύ καλά έκανα! Είναι μερικά βιβλία που δημιουργούν κλίμα και πρέπει να ταιριάξουν με την εποχή. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίος ο τίτλος.

Ο Matt Haig γράφει ένα σύγχρονο παραμύθι, που μας ζεσταίνει την καρδιά και μας κάνει να ονειρευόμαστε. Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Νικόλαος ένα μικρό αγόρι από την Φιλανδία , που ζει σε μια φτωχική καλύβα με τον πατέρα του. Ο Νικόλας πιστεύει στα παραμύθια για τα ξωτικά που του αφηγείται κάθε βράδυ ο πατέρας του Τζόελ. Ο Τζόελ συμμετέχει σε μια αποστολή του βασιλιά, με σκοπό να ανακαλύψει την ύπαρξη των ξωτικών. Ελπίζει πως το μακρινό και επικίνδυνο ταξίδι προς το Βορρά θα του αποφέρει χρήματα, ώστε να μπορέσει να προσφέρει καλύτερες μέρες στο γιο του. Καθώς η μητέρα του Νικόλαου έχει πεθάνει θα πρέπει ο ίδιος να παραμείνει στο καλύβι με τη μέγαιρα θεία Καρλόττα, που υποτίθεται θα τον προσέχει μέχρι να επιστρέψει ο πατέρας του. Η δράση ξεκινάει όταν ο Νικόλαος φεύγει για να βρει τον πατέρα του, με συνοδοιπόρους ένα ποντίκι και έναν τάρανδο…

Μέσα από την περιπέτεια του Νικόλαου εξυμνείται η δύναμη της προσφοράς. Δεν είναι τυχαίο πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης είχα μια αίσθηση θαλπωρής. Αυτή η υπέροχη χριστουγεννιάτικη ιστορία έχει θέση στα κλασικά!

Καλά Χριστούγεννα!

Ο Αϊ – Βασίλης ψάχνει για δουλειά!

Ότι ζούμε σε δύσκολους καιρούς είναι γνωστό. Αλλά να χάνει και ο Αϊ – Βασίλης τη δουλειά του… Ε, όχι!

Και όμως έτσι ξεκινάει αυτό το υπέροχο παιδικό βιβλίο, με τη λιτή, χιουμοριστική εικονογράφηση. Είναι μία όχι και τόσο κλασική ιστορία, όπου τα προβλήματα για τον αγαπημένο Άγιο ξεκινούν χρόνια πριν, όταν μένει απλήρωτος από τα Διεθνή Ταχυδρομεία. Όταν, έρχεται και η απόλυσή του ο Άη Βασίλης δεν παραδίδει τα όπλα. Ψάχνει για καινούρια δουλειά, απογοητεύεται, αλλά τελικά, με τη βοήθεια της φίλης του μάγισσας Μπεφάνα, φτιάχνει τη δική του επιχείρηση ανακύκλωσης. Πριν τα καταφέρει, βέβαια, ζει πολλές κωμικοτραγικές καταστάσεις… Στην ιστορία μπαίνει και η γειτόνισσα του Αϊ – Βασίλη, η Μπέτι. Όταν ήταν παιδί η Μπέτι δε ζητούσε παιχνίδια. Είχε μόνο ένα όνειρο. Να γνωρίσει τον Άγιο Βασίλη.

Αστείο, τρυφερό, ένα μικρό παιδικό βιβλίο με πολλά νοήματα και αισιόδοξα μηνύματα!

Μαύρο νερό

Άνθρωποι που χάνονται, χωριά που ερημώνουν. Πώς μπορείς να παραμένεις ακίνητος, όταν συνεχώς κινείσαι;

Το νερό που έτρεχε απ’ τη βρύση έδειχνε καθαρό πια, αλλά δεν ήταν ούτε θα ‘ταν ξανά καθαρό για πολλά χρόνια.

Μ. Μακρόπουλος

Το βιβλίο του κ. Μακρόπουλου είναι ένα εξαιρετικό διήγημα που κατακλύζεται από μια ελκυστικά δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Διαβάζεται απνευστί και αφήνει αυτή την πικρή αίσθηση μοναξιάς. Ίσως και κάποια ψήγματα ελπίδας, στο τέλος.

Είναι μια ιστορία επιβίωσης ενός πατέρα και του γιου του, Φόρη, ο οποίος έχει κινητικές αναπηρίες. Οι δυο τους κατοικούν σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου μαζί με λιγοστούς ακόμα ανθρώπους, κυρίως γέροντες. Το χωριό έχει ρημαχτεί και ερημώνει διαρκώς, καθώς οι περισσότεροι κάτοικοι το εγκατέλειψαν μετά από μία σοβαρή μόλυνση της περιοχής. Ο πατέρας παλεύει για την καθημερινή επιβίωση του ίδιου και του παιδιού του. Προσπαθεί να μη δείχνει τις αγωνίες του και έχει αφεθεί. Οι μοίρα όσων παραμένουν ως το τέλος σε αυτό το μέρος είναι με μαθηματική ακρίβεια το δίπτυχο αρρώστια – θάνατος. Δυστοπικό, αλλά ταυτόχρονα τόσο ρεαλιστικό διήγημα. Δικαίως έλαβε το βραβείο Διηγήματος από τα λογοτεχνικά βραβεία του «Αναγνώστη», για το 2020.

Κατανοώ γιατί ο συγγραφέας τοποθετεί την ιστορία σε ένα ορεινό χωριό, αλλά το όλο σκηνικό ρύπανσης και θανατικού θα ταίριαζε σε μία μεγαλούπολη. Γιατί το ζήτημα της μόλυνσης που αναδεικνύεται αφορά πια όλους μας και κυρίως όσους ζούμε μέσα στις τσιμενταρίες.

Με ιντριγκάρει αυτή η νέα σχολή Ελλήνων συγγραφέων, που καταπιάνονται με δύσκολα θέματα!

Πατρίδα

Πατρίδα, δύσκολη.

Πατρίδες ταλαίπωρες και απομυζητικές, ταυτόχρονα.

Όποιος γεννήθηκε κάπου στα ’80 θα θυμάται τη φράση «Βάσκοι αυτονομιστές». Πέρασαν τόσα χρόνια και ήρθε στα χέρια μου το μυθιστόρημα του Αραμπούρου. Αυτόματα πήγα πίσω στο πατρικό μου σπίτι, δεκαετία ’90, πίσω στις ειδήσεις των 8. Τα νέα για κάποια δολοφονική επίθεση στη μακρινή Ισπανία, κάπου λέει στη χώρα των Βάσκων. Την ευθύνη αναλαμβάνει η ΕΤΑ, οι Βάσκοι αυτονομιστές.

Η «Πατρίδα» είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που δε χάνεται στις πολλές χρονολογίες και στις άσκοπες πληροφορίες. Ο συγγραφέας θέλει να μας μεταφέρει στη καθημερινότητα που βιώνουν άνθρωποι μέσοι. Άνθρωποι άτυχοι που τους έλαχε να γεννηθούν σε μία γη που διεκδικείται, στη λάθος χρονική στιγμή. Άνθρωποι που λαχταρούν να ζήσουν ειρηνικά, μα σκοτώνουν τους γείτονες που τους πρόσφεραν παγωτά και δώρα, όταν ήταν οι ίδιοι παιδιά. Άνθρωποι που απέταξαν από τη ζωή τους τη χαρά μετά τη δολοφονία του πατέρα τους. Η ιστορία ακολουθεί δύο οικογένειες, κάποτε φίλους, τώρα αντίπαλους σε έναν αγώνα για ανεξαρτησία μάταιο και ανώφελα αιματηρό, όπως απέδειξαν τα χρόνια που περάσαν. Από τη μία η Μπιττόρι, που μετά τη δολοφονία του άντρα της Τσάτο, δε σηκώνει ποτέ κεφάλι και από την άλλη η Μίρεν. Η σκύλα μάνα που δικαιολογεί όλες τις πράξεις του αγωνιστή γιου της Χόσε Μάρι. Που ενώ ξέρει πως ο αγαπημένος της γιος έχει αφαιρέσει ζωές ανθρώπων δεν μπορεί παρά να βάλει τον εγωισμό της ασπίδα του και να γυρίσει την πλάτη στην φίλη της.

Ξεκίνησα να το διαβάζω με μεγάλη θέρμη, αλλά στο τέλος δεν πήρα την ένταση των πρώτων σελίδων. Αυτό με απογοήτευσε λιγάκι, αλλά όπως και να ‘χει ήταν ένα όμορφο μυθιστόρημα.

Καθώς το διάβαζα, πολλές φορές σκέφτηκα ότι ξεχάσαμε τα ταραγμένα χρόνια της Ευρώπης με την ΕΤΑ, τον ΙΡΑ και τους πολέμους στα Βαλκάνια. Όλα αυτά συνέβησαν τις δεκαετίες που η χώρα μας ευημερούσε. Μετά άρχισαν τα ζοφερά χρόνια για την Ελλάδα. Και στις ειδήσεις των 8 βλέπαμε ανθρώπους να ψάχνουν φαγητό στα σκουπίδια. Μετά ήρθαν εικόνες από το μακρινό – κοντινό Ιράκ και τη Συρία, με μαυροφορεμένους να κόβουν κεφάλια και χέρια ανθρώπων. Και κάπου δεν αντέχω πια τις ειδήσεις των 8…

Πατρίδες πονεμένες. Πατρίδα.

Γεώργιος Βιζυηνός, Διηγήματα

Σπουδαίος πεζογράφος ο Βιζυηνός.

Τόσα χρόνια είχα διαβάσει μόνο ελάχιστα απ’ τα διηγήματά του. Όταν πιάνω στα χέρια μου Έλληνες λογοτέχνες αυτής της γενιάς, αναρωτιέμαι γιατί δεν έχω διαβάσει τα άπαντά τους και χάνομαι στις σειρήνες των μεταφρασμένων τίτλων και των νέων εκδόσεων… «Το Αμάρτημα της μητρός μου», είναι σίγουρα ορόσημό του. Ανατριχιαστικό και αξιομνημόνευτο από γενιές και γενιές Ελλήνων. Τη θυμόμουν την ιστορία, αλλά το απόλαυσα για ακόμα μια φορά. Είχα διαβάσει κομμάτια και από το διήγημα «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον», που ευτυχώς υπάρχουν στο βιβλίο Γλώσσας της Γ’ δημοτικού και έτσι ξαναθυμήθηκα το Βιζυηνό. Στη συλλογή, που αγόρασα, υπάρχουν ακόμα τα «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» και «Ο Μοσκώβ Σελήμ». Μοναδικά διηγήματα και τα τέσσερα. Αυτό που δημιουργεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι πέρα απ’ το λυρισμό και την άρτια αφήγηση, μαθαίνεις πολλά για την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν στην Ανατολική Θράκη και τα ιστορικά γεγονότα της εποχής.

Θα σταθώ στο διήγημα «Ο Μοσκώβ Σελήμ» που με μια διάχυτη πικρία στην ατμόσφαιρα ο Τούρκος Σελήμ περιγράφει στο Χριστιανό επισκέπτη τα όσα πέρασε από παιδί εξαιτίας της απόρριψης απ’ τον πατέρα του, τις περιπέτειες και τους τραυματισμούς του στα μέτωπα του πολέμου και για επίλογο έχουμε το τέλος του πρωταγωνιστή, όπου «ο Τούρκος έμεινε Τούρκος». Πόσες διαχρονικές αλήθειες εμφανίζονται σε αυτό το διήγημα; Η χάραξη της πορείας κάθε ανθρώπου εξαρτάται τόσο πολύ απ’ την οικογένεια και τις παραδόσεις αυτής. Πικρές, αλλά μεγάλες αλήθειες.

Μπορεί η λόγια γλώσσα του Βιζυηνού να επιβραδύνει την ανάγνωση των διηγημάτων του, αλλά ποιος είπε πως κάνουμε κατοστάρι;

Ο παππούς μου έχει φίλο έναν γίγαντα

Κατά το πρωτότυπο του David Litchfield «Grandad’s Secret Giant»

Ο μικρός Νικόλας ήταν στεναχωρημένος, καθώς η τοιχογραφία της πόλης δεν τελείωνε. Χρειαζόταν με κάποιον τρόπο να φτάσουν στα ψηλότερα σημεία. Τότε ο παππούς του του μίλησε για το φίλο του το γίγαντα, που πολλές φορές τους είχε βοηθήσει, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους κατοίκους της πόλης. Μόνο ο παππούς του Νικόλα μπορούσε να δει το γίγαντα… Άλλωστε, ήταν ο μόνος φίλος του.

Ένα υπέροχο παραμύθι για την αποδοχή, τη φιλία και την ανάγκη του ανήκειν. Ο συγγραφέας και εικονογράφος επιλέγει να μην κουράσει και καταφέρνει να περάσει το νόημα με ευκολία. Η εικονογράφηση με ενθουσίασε! Το βιβλίο κατακλύζεται από όμορφα, φθινοπωρινά χρώματα και καλαίσθητες εικόνες.

Πήρε θέση στα αγαπημένα μου!

Η κόκκινη Μασσαλία

Συνάντηση και πάλι με τον Πάκο Μαρτίνεθ, με φόντο το Μάη του ’68.

Εκδιωγμένος απ’ το Αλγέρι ο Πάκο βρίσκεται στη Μασσαλία, όπου μαζί με τον καινούριο συνεργάτη του Κουπιγκιάν προσπαθούν να λύσουν ένα μυστηριώδη θάνατο στη φοιτητική εστία. Η υπόθεση περιπλέκεται μετά από άλλους θανάτους υπόπτων, μαρτύρων και συγγενικών προσώπων. Ο νέος συνεργάτης Τιγκράν Κουπιγκιάν, Αρμένης στην καταγωγή, συνάπτει ερωτική – παθιάρικη, θα έλεγα – σχέση με την αριστερή φοιτήτρια Εύα, βασική μάρτυρα. Πάκο και Κουπί περνούν και ξεπερνούν τραγωδίες. Οι δύο αστυνομικοί προσπαθούν να διαλευκάνουν την υπόθεση, διεισδύουν στον κόσμο της αριστεράς και τα βάζουν με το παρακράτος της γκωλικής Γαλλίας. Εκεί ο Maurice Attia ξεκινά έναν καταιγισμό ονομάτων και πολιτικών στοιχείων που θα έπρεπε να γνωρίζω από πριν. Ξεκάθαρα, κάπου μπερδεύτηκα!

Ταξιδιάρικο ανάγνωσμα σε μια Μασσαλία που διοικείται από μαφιόζικες συμμορίες. Γρήγορη πλοκή και συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα σε μία ατμοσφαιρικά ταραγμένη Γαλλία. Τα σημεία αφήγησης σε β’ ενικό πρόσωπο εντείνουν το ενδιαφέρον…

Στο πλάνο υπάρχει και η Ιρέν. Ζει πλέον στην Αιξ , όπου έχει μεταφέρει την επιχείρησή της από το «μαύρο Αλγέρι» και πληρώνει ακριβά τη σχέση της με τον Πάκο. Ο Πάκο μένει μόνος, όπως οφείλει κάθε επιθεωρητής του δικού του βεληνεκούς, μέχρι την επόμενη περιπέτειά του που από όσο καταλαβαίνουμε διαδραματίζεται στο Παρίσι.

Ραντεβού στο Παρίσι, λοιπόν!