Οι δέκα παππούδες, η θάλασσα κι εγώ

Il mare dove non si tocca, Fabio Genovesi

Κάποτε (όχι πολύ παλιά) ένα παιδί μου είπε πως στο σχολείο τους ζήτησαν να γράψουν μια έκθεση για την οικογένεια. Είχαμε την εξής στιχομυθία: «Κι εσύ τι έγραψες»; «Πώς στην οικογένειά μου είναι όλοι τρελοί». «Μην ανησυχείς και στη δική μου το ίδιο». Αυτή ήταν η πρώτη ανάμνηση που μου έφερε στο μυαλό το βιβλίο «Οι δέκα παππούδες, η θάλασσα κι εγώ».

Ένα τρυφερό μυθιστόρημα που κατακλύζεται από νοσταλγικές εικόνες της ανεπιτήδευτης εποχής του ’80. Ο πρωταγωνιστής είναι ο Φάμπιο, ένα μικρό αγόρι που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και με μια περασμένη αθωότητα την ιστορία των παιδικών του χρόνων. Αυτή η πηγαία και προσωπική εξιστόρηση σε κάνει να ταυτίζεσαι με τον πρωταγωνιστή. Ο Φάμπιο ζει με τον πατέρα, τη μητέρα και τη γιαγιά του στο χωριό Μαντσίνι. Τη μεγαλύτερη επιρροή, όμως, πάνω του δείχνουν να έχουν τα ανύπαντρα αδέλφια του παππού του. Μέχρι να πάει στο σχολείο ο Φάμπιο πίστευε πως είναι όλοι παππούδες του και γι’ αυτό τους σεβόταν. Ως ο μοναδικός απόγονος ο Φάμπιο ακολουθεί το πρόγραμμα των θείων του, οι οποίοι επιθυμούν να του δείξουν το δικό τους κόσμο μέσα από το κυνήγι, το ψάρεμα και τις αγροτικές δραστηριότητες. Ουσιαστικά για τα πρώτα χρόνια της ζωής του αυτοί οι «λοξοί» και πάντα νευρικοί παππούδες είναι οι μόνοι πραγματικοί φίλοι του Φάμπιο. Τα πράγματα αλλάζουν, καθώς ξεκινά να πηγαίνει στην πρώτη δημοτικού. Εκεί καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με την οικογένειά του, πράγμα που επιβεβαιώνεται όταν μαθαίνει, τυχαία, για την οικογενειακή κατάρα των Μαντσίνι.

Κάθε παππούς – θείος έχει μια δική του «τρέλα» και σε πολλές περιπτώσεις ο Fabio Genovesi καταφέρνει να μας δώσει ολοκληρωμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως ο, κάποτε ερωτευμένος, θείος Άλντο και ο θείος Αντέλμο που έχει κινητική αναπηρία. Ο συγγραφές γράφει με μια δόση αμφισβήτησης των αυθεντιών, με πολύ χιούμορ, αλλά και με τη συγκινησιακή φόρτιση που δημιουργείται από την αναπόληση των παιδικών μας χρόνων. Συχνά μέσα στο βιβλίο, μέσα από τους τρελούτσικους, αθυρόστομους θείους δίνονται μαθήματα φιλοσοφίας.

Κάποιος φοβάται τις αράχνες και καθυστερεί να φορτώσει λίγα ξύλα, έτσι μια χαζή γριά βρίσκει το χρόνο να ρίξει τη γλάστρα και καληνύχτα σας. Κατάλαβες, Φάμπιο, πώς λειτουργεί ο φόβος; Ο φόβος είναι μια μαλακία, δεν έχει νόημα. Ο φόβος είναι μια αραχνίτσα που σου αποσπά την προσοχή και τότε η ζωή σε πηδάει.

Fabio Genovesi

Ένας ακόμα σημαντικός ήρωας, στο βιβλίο, είναι ο πατέρας του Φάμπιο. Ο πάντα λιγομίλητος Τζόρτζο, που είναι τεχνίτης και μαστορεύει μονίμως τις βρύσες και τις βλάβες στα σπίτια όλου του χωριού. Ο Τζόρτζο μένει σε κώμα μετά από ένα ατύχημα και παρόλο που στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίο δεν υπάρχει διάλογος, έχει σημαντική συμβολή στην εξέλιξη του Φάμπιο. Ο πρωταγωνιστής για να κάνει παρέα στον πατέρα του που βρίσκεται στο νοσοκομείο, του διαβάζει βιβλία. Ήταν από τα πιο συγκινητικά κομμάτια. Καθώς ακολουθούμε τον ήρωα μέχρι και το Γυμνάσιο βλέπουμε πώς εξελίσσεται η ζωή του, πόσο απομονώνεται από τους συνομηλίκους του και πώς αναπτύσσει φιλίες με τους επίσης απομονωμένους Σούπερ Πιστούς, το Μικρό Μάσσιμο και το Μανουέλ. Σημαντικό ρόλο στις τελευταίες σελίδες θα παίξει και η Πασχαλίτσα, ένα κορίτσι με μια επίσης ενδιαφέρουσα οικογένεια.

Γιατί στο τέλος τέλος το νορμάλ δεν έχει ενδιαφέρον και οι άνθρωποι που φέρονται «αλλιώτικα» διανθίζουν τις βαρετές ζωές μας… Ένα μυθιστόρημα που με άγγιξε και πιστεύω πως θα συγκινήσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Ευχαριστώ από καρδιάς τις εκδόσεις Πατάκη για το αντίτυπο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s