Ο γύρος του θανάτου

Όταν πήγα στην πρώτη Γυμνασίου, μας είχαν βάλει στην κάτω αίθουσα. Τα παιδιά του Γυμνασίου και του συστεγασμένου Λυκείου ήταν όλα στον πάνω όροφο. Μόνο εμείς και τα γραφεία ήμασταν στο ισόγειο. Αισθανόμασταν αδικημένοι! Απ’ τα παράθυρα της αίθουσας βλέπαμε τους καθηγητές που μπαινόβγαιναν. Κάθε πρωί περνούσε και ένας κύριος που δεν είχε τη συνηθισμένη πρωινή γκριμάτσα της μιζέριας. Φορούσε πασμίνες και είχε ένα δικό του τρόπο κίνησης στο χώρο του σχολείου. Τον λέγανε Θωμά Κοροβίνη. Μάθαμε από τα μεγάλα παιδιά, πως αυτός ο κύριος ήταν σπουδαίος λογοτέχνης και ανυπομονούσαμε να πάμε Λύκειο για να τον έχουμε καθηγητή. Μετατέθηκε στην πόλη, πριν προλάβουμε να πάμε Λύκειο. Είχαμε, όμως, την τύχη να έχουμε καθηγήτρια Γαλλικών τη φίλη του, μακαρίτισσα πια, Μαμάγου. Αγαπημένη καθηγήτρια. Μας είχε μυήσει στα ποιήματα της Κικής Δημουλά και της Μαρίας Πολυδούρη. Κάποιες φορές μας μιλούσε για τον φίλο της το Θωμά. Στη Β’ Λυκείου ο κύριος Κοροβίνης είχε έρθει να μας παρουσιάσει το καινούριο του διήγημα.

Περίπου 22 χρόνια μετά, αξιώθηκα να διαβάσω μυθιστόρημά του. Επέλεξα το «Ο γύρος του θανάτου», γιατί η ιστορία του Παγκρατίδη είναι μύθος στη Θεσσαλονίκη. Η μητέρα μου μας έχει αναφέρει την ιστορία, αρκετές φορές. Προφανώς, τώρα πια, δεν υπάρχει Θεσσαλονικιός που να πιστεύει πως ο Παγκρατίδης, ήταν ο αληθινός «δράκος» του Σέιχ Σου. Ο Θωμάς Κοροβίνης καταθέτει μαρτυρίες ανθρώπων που γνώριζαν τον Αριστείδη Παγκρατίδη. Μέσα από τις μαρτυρίες, καταλαβαίνουμε γιατί άνθρωποι σαν τον Αρίστο αποτελούσαν πάντα τον εύκολο στόχο του συστήματος. Εξιλαστήρια θύματα που ενοχοποιούνταν για να κλείνουν υποθέσεις και να μην αμφισβητούνται οι εξουσίες.

Κι άμα δεν έχεις στηρίγματα έξω σου, πώς να ‘χεις μέσα σου; Όταν κρέμεται η ψυχή σου σαν αερόστατο και δεν στέκεται στον τόπο της, οι άλλοι τι να σου κάνουν;

Θωμάς Κοροβίνης

Τον πατέρα του Αρίστου τον σκότωσαν μέσα στο σπίτι τους, στην περίοδο της κατοχής, αριστεροί του ΕΛΑΣ. Η μητέρα του πήρε τα τρία της παιδιά και μετακόμισαν στην πόλη, για να βρουν την τύχη τους. Μαύρη τύχη για το μικρότερο παιδί. Ο πάντα πεινασμένος και παραγκωνισμένος Αρίστος βρίσκεται εύκολο θύμα στη βορά παιδεραστών της εποχής. Μιας εποχής που ο καθένας κοιτούσε τη δουλειά του και οι αδικίες κουκουλώνονταν. Όταν δολοφονίες αρχίζουν να διαταράσσουν την φαινομενικά ήσυχη Θεσσαλονίκη, κάποιος πρέπει να πληρώσει για να πάψουν να φοβούνται τα πλήθη. Ο συγγραφέας δημιουργεί, με πραγματικά λογοτεχνική μαεστρία, μία ρεαλιστική ηθογραφία της εποχής και της ζωής των κατοίκων της Θεσσαλονίκης, κατά τις δεκαετίες ’50 και ’60. Δεν παραλείπει να πει μεγάλες αλήθειες. Αλήθειες που όλοι σκεφτόμαστε, αλλά δεν τολμούμε να ξεστομίσουμε.

Τρέμουμε την εξουσία τους, και την μπαμπεσιά τους, τι να σε πω! Μόνο όταν κάνουν δηλώσεις, όλοι λένε: << Έχω εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη>>. Από πού και ως πού, καρντάση;

Θωμάς Κοροβίνης

Κανείς δεν αντέχει την αδικία. Είναι στη φύση μας. Γι’ αυτό υποθέσεις σαν αυτή μας απασχολούν διαχρονικά. Υπάρχει σε κάθε άνθρωπο ο φόβος πως θα βρεθεί «ως πρόβατον επί σφαγήν». Ίσως αυτό να γεννά και μια δυσπιστία για τις εξουσίες. Ποιος έχει τυφλή εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη; Τροφή για σκέψη το μυθιστόρημα αυτό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s