Η δεξιά τσέπη του ράσου

Βιώνουν και οι μοναχοί τη μοναξιά; Φοβούνται, όπως και όσοι ζουν μέσα στις κοινωνίες; Αγωνιούν για το θάνατο αγαπημένων, όπως όλοι μας; Μάλλον, ναι… Ο μοναχός Βικέντιος βρίσκεται μόνος του σε ένα μοναστήρι που στέκει στην άκρη ενός βράχου. Αρχικά υπήρχαν και άλλοι μοναχοί εκεί, αλλά εδώ και χρόνια έχουν όλοι αποβιώσει κι έχει μείνει ο μόνος άνθρωπος εκεί πάνω. Η αγωνία του είναι να πάει καλά η γέννα της σκυλίτσας του Σίσσυς και να μη χάσει τη μόνη συντροφιά του. Ό,τι πολύ φοβόμαστε γίνεται, δυστυχώς. Η σκυλίτσα πεθαίνει και αφήνει τρία κουταβάκια στο μοναχό για να τα αναστήσει. Πόσο δύσκολο είναι αυτό, όμως; Η ανησυχία του μοναχού είναι διάχυτη σε όλη την αφήγηση. Προσπαθεί να κάνει το καλύτερο. Ίσως ο συγγραφέας να θέλει να περάσει και αυτό το μήνυμα. Να προσπαθούμε ακόμα και μετά από αλλεπάλληλες ήττες. Αυτό που με εντυπωσίασε σε αυτό το βιβλίο, δεν είναι η ιστορία αυτή καθεαυτή αλλά η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Μακριδάκης. Χειρίζεται εντέχνως το λόγο, χρησιμοποιώντας λέξεις που συνθέτει ο ίδιος και ένα αφηγηματικό ύφος που θυμίζει έντονα Παππαδιαμάντη. Εμένα μου θύμισε και λίγο από Στόουνερ στο θέμα της αφήγησης. Αλλά επειδή το ένα είναι μετάφραση, ενώ αυτό είναι γραμμένο από Έλληνα με κάνει να αναθαρρεύω για τους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες. Να θυμηθώ να διαβάσω περισσότερους Έλληνες!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s