Μικρές φωτιές παντού

Θα μπορούσε να λέγεται «Μάνες και κόρες» κάλλιστα…

Επίσης, θα μπορούσε να με είχε ενθουσιάσει αν ήμουν Αμερικάνα, μεγαλωμένη στη δεκαετία του ’90 (που είμαι, δεν μπορώ να το κρύψω πια) και με λέγαν Debbie Something. Γιατί γίνονται συνεχείς αναφορές σε πράγματα, καταστήματα και γεγονότα των Η.Π.Α. του 1997 που σε κάποιον που τα έχει ζήσει δημιουργούν μια νοσταλγία. Εγώ το μόνο που αναγνώρισα ήταν το ολίσθημα του Προέδρου Κλίντον με τους λεκέδες και τα συναφή, που τελικά είναι διεθνές, διαχρονικό κουτσομπολάκι!

Οι κύριοι χαρακτήρες είναι δύο μητέρες. Η μία ζει την άνετη ζωή της σε ένα παστρικό προάστιο του Κλίβελαντ με το σύζυγο και τα 4 παιδιά τους και η άλλη ζει περιπλανώμενη τραβολογώντας πέρα δώθε την κόρη της. Διασταυρώνονται όταν η δεύτερη νοικιάζει ένα διαμέρισμα που ανήκει στην πρώτη (και επειδή μένω κι εγώ στο ενοίκιο πολύ με εκνεύρισε που η κυρία Ρίτσαρντσον μπαινόβγαινε με το έτσι θέλω). Η κόρη της δεύτερης (Περλ Γουόρεν) ζώντας σα νομάδα με τη μητέρα της θαμπώνεται από τη ζωή των Ρίτσαρντσον, δεν ξεκολλάει απ΄ το σπίτι τους και στο τέλος δεν ξεκολλάει και από το μεγάλο γιο της οικογένειας. Όλοι οι χαρακτήρες των παιδιών ξεδιπλώνονται και αποδίδονται αρκετά εύστοχα. Θα ήθελα όμως να πέσει λίγο περισσότερο φως στη μικρότερη κόρη της οικογένειας Ρίτσαρντσον (Ίζι), η οποία «πνίγεται» από την καταπιεστική μάνα που της φέρεται με ιδιαίτερο τρόπο. Η Ίζι δένεται με τη Μία Γουόρεν (δεύτερη πρωταγωνίστρια) που δεν είναι καθόλου επικριτική με τα λάθη των άλλων, γιατί, σαφώς, έχει κάνει πολλά και η ίδια στο παρελθόν και ξέρει. Τα κρύβει εντέχνως μέχρι που «τα παίρνει» (έκφραση 90’s για όσους γεννήθηκαν μετά…) η Ρίτσαρντσον μαζί της και ως δεινή δημοσιογράφος ανακαλύπτει τι κρύβεται πίσω από την εναλλακτική φωτογράφο Γουόρεν. Επιστέγασμα όλων αυτών των μικρών σπινθήρων είναι να ανάψουν μεγάλες φωτιές.

Ομολογώ πως η παράλληλη ιστορία δύο μητέρων (εμπλεκόμενων με τους κύριους χαρακτήρες) που διεκδικούν ένα κοριτσάκι μου άρεσε αρκετά. Θα μπορούσε από μόνη της να γίνει ένα όμορφο μυθιστόρημα ή και ταινία!

Ήταν ένα ευχάριστο και ευκολοδιάβαστο βιβλίο που πραγματικά με ξεκούρασε. Από εκεί και πέρα δε νομίζω πως θα το θυμάμαι για καιρό, κυρίως, λόγω του τέλους του. Ενώ η συγγραφέας Celeste Ng έφτιαξε ολοκληρωμένους χαρακτήρες και η πλοκή ήταν ενδιαφέρουσα κάπου το χάλασε, σα να είχε κουραστεί και η ίδια και να ήθελε να δώσει ένα τέλος. Το αποτέλεσμα ήταν άνευρο και δε με ενθουσίασε. Αλλά θα το πρότεινα ως ένα χαλαρό ανάγνωσμα για ανέμελα απογεύματα με μια κούπα τσάι ή ένα ελληνικό καφεδάκι στη βεράντα τώρα που μπαίνει η άνοιξη…

«Θα ‘ναι σα να μπαίνει η άνοιξη»!

1 σχόλιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s