Κάτι από μένα

Τσούχτρες

Τις παρατηρούσα για ώρα. Είχα βάλει τα πόδια, μέχρι τον αστράγαλο, μέσα στην θάλασσα. Φοβόμουν να μπω παραμέσα… Για μια στιγμή ένιωθα να παρασύρομαι στον παλμικό νωχελικό τους χορό. Παντού μικρές καφετιές τσούχτρες. «Περίεργο για Ιούλιο μήνα», σκέφτηκα. Κάποτε βγαίναν μόνο τον Αύγουστο. Ή μήπως θυμάμαι λάθος; Παραδίπλα ένα παιδάκι κάνει βουτιές, χωρίς να φοβάται μην το τσιμπήσουν. «Έχει θάρρος», σκέφτηκα. Θάρρος ή άγνοια κινδύνου; 

Έβαλα το καπελάκι μου για να μην καώ και συνέχισα να απολαμβάνω τη γαλαζωπή ανάσα της θάλασσας. «Δεν πειράζει και να μην βουτήξουμε σήμερα», σκέφτηκα. «Αρκεί που ξεφύγαμε από την τσιμενταρία». Συνεχίζω να προσέχω τα πόδια μου. Που και που με πλησιάζει καμιά. Κινούμαι ελαφρά, χωρίς να θέλω να ταράξω το ρυθμό τους. Το παιδάκι συνεχίζει να βρίσκεται μέσα στη θάλασσα. Τώρα παίζει με ένα μπαλάκι Paw Patrol. «Μήπως φοβηθούν τα σκυλιά και φύγουν», αναρωτήθηκα.

Ελάχιστοι ενήλικες κολυμπούν. Οι περισσότεροι κάθονται στην παραλία και απολαμβάνουν το αεράκι. Αναλογίζομαι πως όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε πιο προσεκτικοί, πιο άτολμοι. Φοβητσιάρηδες… Μόνο τα παιδάκια αψηφούν το ενδεχόμενο τοξικού τσιμπήματος απ’ τις τσούχτρες. Παίρνουν τις απόχες στα χεράκια τους και με θάρρος τις αντιμετωπίζουν καταπρόσωπο. Επιδίδονται με θέρμη σε έναν άτυπο διαγωνισμό για το ποιος θα εξουδετερώσει  τις περισσότερες. «Ανεμελιά», σκέφτομαι.  

Σε λίγο άκουσα μια τσιριχτή φωνή να με καλεί. Γύρισα προς τα εκεί και είδα την Αναστασία. Είχα καιρό να τη δω. Αν  και ήξερα πως ζούμε τα τελευταία χρόνια στο ίδιο μέρος, δεν επιδίωξα να τη συναντήσω. Κάναμε ελάχιστη παρέα όταν ξεκίνησα το Λύκειο. Τότε πηγαίναμε με την κολλητή μου στο σπίτι της Αναστασίας στο κέντρο της πόλης, για να βγούμε βράδυ χωρίς να μας νοιάζουν τα πρώτα πρωινά δρομολόγια των λεωφορείων για την επιστροφή στο χωριό. Η Αναστασία ήταν πάντα υπέρ το δέον κοινωνική και ομιλητική. Από μία άλλη οπτική θα μπορούσε κάποιος να τη χαρακτηρίσει τρελή και φλύαρη. Κάναμε τότε παρέα με όλους. Δε μας ένοιαζε να εντρυφούμε στα μύχια της προσωπικότητας που συναντούσαμε. Αρκεί να περνάμε καλά. Ανεμελιά!

  • Τι κάνεις Ευαγγελία μου; Πόσο καιρό έχω να σε δω;
  • Γεια σου Αναστασία! Είμαι καλά! Εσύ πώς είσαι;
  • Α εγώ παντρεύτηκα πρόσφατα ένα πολύ καλό παιδί, τον Νίκο. Έχει δική του δουλειά και δικό του σπίτι στο κέντρο της Αθήνας!

Τα φορολογικά στοιχεία με μπέρδεψαν. Και κάπου εκεί σταμάτησα να την παρακολουθώ, δεν είχαν καμία σημασία τα λεγόμενά της ούτως ή άλλως. Συνέχισε να μιλάει ακατάπαυστα για το πόσο ευτυχισμένη είναι στο γάμο της και πόσο καλός είναι ο Νίκος με την ίδια, την οικογένειά της, τους συγγενείς της στη Θεσσαλονίκη. Κι έλεγε, κι έλεγε. Η φωνή της αποτελούσε τώρα ένα μονότονο soundtrack, κάτι σαν τον ήχο της μύγας που σε ξυπνάει από τον νωχελικό μεσημεριάτικο ύπνο. Αυτή τη μύγα που βαριέσαι να σηκώσεις το χέρι σου για να τη σκοτώσεις. Πέρασαν τουλάχιστον δέκα λεπτά έτσι, ώσπου με ρώτησε:

  • Εσείς γιατί δεν έχετε ακόμα παιδιά;
  • Με τον Αλέξανδρο χωρίσαμε πρόσφατα.
  • Ααα, πολύ λυπάμαι! Δεν έτυχε να το ακούσω. Δεν πηγαίνω και συχνά πάνω στο χωριό πλέον.
  • Δεν πειράζει. Όλα καλά!

Ενώ το έλεγα αυτό σκεφτόμουν πόσο αδιάκριτοι γινόμαστε οι άνθρωποι με τις ζωές των άλλων. Κάποτε είχα πει στην κολλητή μου, πως η Αναστασία ενώ είναι μεγαλωμένη στη γειτονιά του Μεγάρου Μουσικής, είναι πιο «χωριό» από εμάς στη συμπεριφορά. Επιβεβαιώθηκα, για ακόμα μια φορά.

  • Τώρα περιμένω τον Νίκο να παρκάρει το καινούριο του αυτοκίνητο. Το προσέχει πάρα πολύ και ζήτησε από τους υπεύθυνους του beach bar να του δώσουν μια θέση από αυτές που έχουν για τα δικά τους αμάξια. Εσύ που κάθεσαι;

Της έδειξα την ομπρέλα που είχα στήσει λίγο πιο απόμερα προς τα βραχάκια και τα πράγματά μου.

  • Μάλιστα. Να σε αφήσω τώρα. Πάω να πιάσω καλή ξαπλώστρα. Θα τα ξαναπούμε!
  • Ωραία, πρόλαβα να ψελλίσω πριν μου γυρίσει απότομα την πλάτη και τρέξει προς το κατάστημα.

«Τσούχτρες, παντού», μονολόγησα. Απλώνουν την τοξική τους διάθεση έτοιμες να σε μολύνουν με το δηλητήριο της υπερφίαλης μιζέριας τους. Άραγε ποιος νοιάζεται; Κοίταξα και πάλι προς τη θάλασσα. Το παιδάκι ήταν εκεί και έκανε μακροβούτια. «Ας είναι», σκέφτηκα. Ήρθε η ώρα να μη φοβάμαι πια τις τσούχτρες. Πήρα φόρα και βούτηξα αναζητώντας τη δροσερή συντροφιά της θάλασσας. Ανεμελιά!

Copyright (©) 2021 by Δέσποινα Πασχαλίδου